Select your Top Menu from wp menus

“Δημιουργία περιβάλλοντος συνεργασίας σε μια πολυθρησκευτική στρατιωτική κοινότητα”

3/2/2004

Εισήγηση στο συνέδριο στρατιωτικών ιερέων του ΝΑΤΟ

Και προσωπικώς, και η Εκκλησία της Ελλάδος δι εμού, σας ευχόμαστε από καρδιάς: Καλώς ορίσατε! Και πλέον αυτού: σας συγχαίρουμε, διότι το θέμα είναι όχι μόνο επίκαιρο, αλλά μας εισάγει στην αυριανή πραγματικότητα.

Το πρόβλημα που μας απασχολεί σήμερα, δεν είναι ιδιαιτέρως οξύ στα γραφεία, ούτε καν στις μονάδες. Με όλη την οξύτητά του φανερώνεται κυρίως στο πεδίο δράσεως. Μέσα στα γραφεία, κυριαρχεί η χαρακτηριστική ευγένεια των αξιωματικών προς αλλήλους, και η εύλογη ανοχή που έχουν προς την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα του συναδέλφου. Το πρόβλημα αποκτά απειλητικές διαστάσεις όταν βρισκόμαστε στο πεδίο επέμβασης. Εκεί η ευγένεια και η ανοχή δοκιμάζονται, καθώς η συμπάθεια του ιερέα προς τους ομοθρήσκους του είναι αναμενόμενη και μπορεί να έρχεται σε αντίθεση ακόμη και με τους σκοπούς της στρατιωτικής παρέμβασης.

Όλοι γνωρίζουμε ότι το ΝΑΤΟ ιδρύθηκε το 1949, ως απάντηση στη σοβιετική απειλή. Στον στρατό των ιδρυτικών χωρών μελών του, μετείχαν ιερείς από πλήθος προτεσταντικών και ευαγγελικών ομολογιών, καθώς επίσης από την Ρωμαιοκαθολική και την αγγλικανική Εκκλησία. Ήσαν, δηλαδή, αποκλειστικώς και μόνον χριστιανοί. Το 1952 προσχώρησαν η Ελλάδα και η Τουρκία. Τότε προσετέθησαν ιερείς από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όχι όμως και μουσουλμάνοι, αφού δεν έχει ιερείς ο τουρκικός στρατός.

Τα μέλη που έχουν προσχωρήσει έκτοτε, δηλαδή η Γερμανία το 1955 και η Ισπανία το 1982, καθώς επίσης τα καινούργια μέλη, που προσχώρησαν μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, δεν έχουν αλλάξει το θρησκευτικό τοπίο: οι ιερείς ανήκουν πάντοτε και μόνο στη χριστιανική θρησκεία, σε Εκκλησίες και ομολογίες που υπήρχαν ήδη. Τί λοιπόν έχει αλλάξει και έχουμε θέμα σήμερα;

Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι το ΝΑΤΟ έπαυσε να είναι αμυντική απάντηση και έγινε ερώτημα. Δεν έχει έναν εκ των προτέρων αναγνωρισμένο εχθρό. Δεν έχει σαφή καθήκοντα και δεδηλωμένους στόχους. Από την πτώση της Σοβιετικής αυτοκρατορίας και εντεύθεν, το ΝΑΤΟ οφείλει να εξηγεί τον εαυτό του. Και αυτό που περισσότερο από όλα επιδρά στο έργο των ιερέων, είναι ότι η όποια επέμβαση του ΝΑΤΟ δεν είναι πλέον ενάντια σε χώρα ή καθεστώς που απειλεί όλους μας απροκάλυπτα. Το δίκαιο της επέμβασης θα πρέπει κάθε φορά να εξηγείται, να πείθει. Πρέπει να πείθει τόσο τους λαούς των χωρών μελών του ΝΑΤΟ, όσο και τους λαούς των χωρών στις οποίες γίνεται η επέμβαση.

Εκτός όμως από την ιστορική, υπάρχει και η κοινωνική διάσταση. Αν ανοίξουμε τον χάρτη της Ευρώπης θα διαπιστώσουμε ότι οι Μεσογειακές χώρες, με εξαίρεση την άλλοτε Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία, είναι χώρες με εντυπωσιακή θρησκευτική ομοιογένεια. Από τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, μόνο στην Αγγλία συναντούμε τον ίδιο βαθμό θρησκευτικής ομοιογένειας. Το συναντούμε και στη Ρωσία, η οποία όμως βρίσκεται εκτός του ΝΑΤΟ, και συνεπώς εκτός του θέματός μας.

Θα έχετε όμως προσέξει ότι στις χώρες μεγάλης ομοιογένειας, είτε θρησκευτικής είτε φυλετικής, ασκείται εκ των πραγμάτων, και όχι οπωσδήποτε εκ προθέσεως, μεγάλη πίεση σε ομάδες που δεν ανήκουν στον κεντρικό κορμό. Υπάρχει η τάση να μη γίνεται δεκτό το διαφορετικό, ή ακόμη και να μη νοείται ως διαφορετικό, αλλά ως αντίπαλο. Αυτό προκαλείται από το απλό γεγονός ότι οι ομάδες που ανήκουν στο κέντρο, δεν έχουν κανένα λόγο να καταλάβουν τις ομάδες της περιφέρειας, δηλαδή “να μάθουν τη γλώσσα” τους. Ακόμα λιγότερο νιώθουν την ανάγκη να τις στηρίξουν. Κι έτσι, οι μη κεντρικές ομάδες αισθάνονται ότι περιθωριοποιούνται — συναίσθημα που είναι κατανοητό, ακόμα κι αν δεν δικαιολογείται από τα πράγματα, και που πάντως δεν πρέπει να το αφήνουμε να δηλητηριάζει τη ζωή μας. Διότι, καθώς ο Απόστολος Παύλος μας ειδοποιεί: “αμαρτάνοντες εις τους αδελφούς, και τύπτοντες αυτών την συνείδησιν ασθενούσαν, εις Χριστόν αμαρτάνετε” .

Αυτή τη θρησκευτική ομοιογένεια, που καθώς εξήγησα, προκαλεί από μόνη της αίσθημα κοινωνικού αποκλεισμού στις πέραν της ομοιογενείας ομάδες, ενισχύει ένα ακόμη, επόμενο της πτώσης του κομμουνισμού, έντονο ρεύμα της τελευταίας εικοσαετίας: το ρεύμα της μετανάστευσης στην Ευρώπη.

Το μεταναστευτικό κύμα προς Ευρώπη, υπήρξε άμεση συνέπεια της πτώσης του κομουνισμού. Έχοντας σπάσει τα δεσμά τους οι λαοί της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όρμησαν στη Δύση με ασυγκράτητη βουλιμία: ήθελαν να αποκτήσουν αμέσως, όσα ο Δυτικός είχε κατακτήσει επί δεκαετίες.

Θέλω να ξεκαθαρίσω αμέσως ότι κατανοώ πλήρως τα αισθήματά τους. Αλλά, δυστυχώς, μεγάλο μέρος των μεταναστών αυτών, προκειμένου να αποκτήσει αυτά που ήθελε, επιδόθηκε στην παρανομία, στην πορνεία, καθώς επίσης στη διακίνηση όπλων και ναρκωτικών. Το αποτέλεσμα ήταν η ενστικτώδης αντίδραση της δυτικής κοινωνίας: η ανάπτυξη της ξενοφοβίας. Όσα παραδείγματα εντίμων μεταναστών και να φέρναμε, δείχνοντας ότι εργάζονται σκληρά και κάτω από εξαιρετικά δύσκολες γι αυτούς συνθήκες, προκειμένου να επιτύχουν και να ενταχθούν στον κορμό της ευρωπαϊκής κοινωνίας, αρκούσε ένας φόνος, μια ληστεία από “τους ξένους”, και όλα τα θετικά αισθήματα εξανεμίζονταν. Οι δρόμοι των ευρωπαϊκών πόλεων, οι υπόγειοι σταθμοί μετρό, και άλλοι τέτοιοι χώροι, γέμισαν από γυναίκες ελευθερίων ηθών εισαγωγής και μυριάδες παιδιά, που τα είχαν οδηγήσει στην πορνεία ή στη ζητιανιά. Το θέαμα αυτό, ενέτεινε την ξενοφοβία και την αρνητική στάση των δυτικών και τον κοινωνικό αποκλεισμό λαών με τους οποίους, επί τέλους, έχει από αιώνων κοινή κουλτούρα.

Το επόμενο μεγάλο ρεύμα, είναι αυτό που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση. Είναι οι οικονομικοί μετανάστες που φθάνουν κυρίως με σαπιοκάραβα, και που δεν αποφεύγουν πάντοτε τον πνιγμό τους στις θάλασσες. Είναι μετανάστες από την Αφρική και την Ασία. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι άλλης κουλτούρας, και έχουν μεγάλα προβλήματα ζώντας μέσα στην κοινωνία μας. Πάρα πολλοί, αλλά όχι όλοι, είναι μουσουλμάνοι. Οι άνθρωποι αυτοί, που μετρώνται ήδη σε αρκετά εκατομμύρια, δημιούργησαν την πρώτη μείζονος σημασίας ενδοευρωπαϊκή πολιτιστική κρίση.

Πιστεύω πως είναι λάθος να μπαίνει στο ίδιο τσουβάλι ο ιουδαϊκός κόσμος. Πρώτ’ απ’ όλα, είναι ένας λαός που ζει επί αιώνες μαζί μας, εις δικαίωσιν της προφητείας και εντολής του Νώε: “πλατύναι ο Θεός τω Ιάφεθ και κατοικησάτω εν τοις οίκοις του Σημ” . Δεύτερον, είναι λαός που όχι μόνο μετέχει αλλά και έχει δυναμικά συμβάλει σε όλους τους κλάδους της κουλτούρας μας. Τρίτον, οι Ιουδαίοι δεν είναι θύματα κοινωνικού αποκλεισμού. Ο Ιουδαίος που έρχεται στην Ευρώπη δεν είναι μετανάστης με τον τρόπο και για τους λόγους που είναι οι άλλοι λαοί. Αποτελεί πια μέρος της κουλτούρας μας, και το βλέπουμε στη λογοτεχνία όλων των ευρωπαϊκών λαών, η θρησκευτική ιδιαιτερότητα των Εβραίων, την οποία δεν επιβάλλουμε εμείς, αλλά το γεγονός ότι ο ιουδαϊσμός είναι αποκλειστική εθνική θρησκεία.

Τα όποια λοιπόν προβλήματα συνεργασίας έχουμε με Εβραίους, οφείλονται στον αντισημιτισμό. Αν λοιπόν θέλουμε να εμπεδώσουμε περιβάλλον συνεργασίας με τους Εβραίους, δεν έχουμε παρά να χτυπήσουμε τον αντισημιτισμό. Αυτό είναι ένα καθήκον μας, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν προβλήματα συνεργασίας. Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας που νιώθουν σφοδρή πολιτική αντίθεση προς την Κυβέρνηση του Ισραήλ, αλλά χωρίς να συζητήσω τις πολιτικές απόψεις κανενός, επιμένω ότι πρέπει να μάθουμε όλοι ότι οι πολιτικές διαφοροποιήσεις δεν επιτρέπεται να οδηγούν σε φυλετικό μίσος ή έστω προκαταλήψεις. Είναι ευθύνη των χριστιανών ιερέων, είναι ευθύνη όλων μας, ευθύνη δική μας, η πάταξη του αντισημιτισμού, η πάταξη γενικά του ρατσισμού − μιας αρρώστιας που καίει τα σπλάχνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Κατέστη νομίζω φανερό, ότι μέσα στις δυνάμεις του ΝΑΤΟ δεν έχουμε επί του παρόντος τουλάχιστον πρόβλημα πολυθρησκευτικότητας. Έχουμε τη γνωστή κατάτμηση (fragmentation), που ανταποκρίνεται πλήρως στην εικόνα της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Πρόβλημα θα είχαμε μόνον εάν μέσα στο στρατό του ΝΑΤΟ εισέδυαν οι γνωστές “καταστροφικές λατρείες”, ο σατανισμός, και τα τούτων όμοια.

Έχει διεθνώς αναγνωρισθεί ότι η δραστηριότητα πολλών τέτοιων παραθρησκευτικών ομάδων, οι οποίες αποκαλούνται σέκτες, αποτελούν μέγα πρόβλημα και ευθύτατη απειλή για το άτομο αλλά και το κοινωνικό σύνολο. Έχουμε καταδίκες των ομάδων αυτών, που συχνά αποκαλούνται από τις ευρωπαϊκές νομολογίες “ολοκληρωτικές ομάδες”, “ελευθεριοκτόνες ομάδες”, κλπ, όπως και απαγορευτικά ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Βεβαίως, αυτά δεν εμποδίζουν τις ανθρωποκαταστροφικές σέκτες να επιχειρούν να μπουν στο στρατό του ΝΑΤΟ, και μάλιστα να τον χρησιμοποιήσουν ως όχημα για την αναγνώριση και διάδοσή τους. Για να το επιτύχουν, επικαλούνται τα δικαιώματα του ανθρώπου, μολονότι τόσο το Ευρωκοινοβούλιο όσο και οι νομολογίες των πιό φιλελεύθερων κρατών της Ευρώπης, τις καταδικάζουν και απαγορεύουν ακριβώς για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Εν πάση περιπτώσει, ας το διατυπώσουμε όσο σαφέστερα γίνεται: οι ιερείς που ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και πιστεύω όσοι ανήκουν στην Καθολική και τις προτεσταντικές Εκκλησίες, έχουν την ευθύνη και την υποχρέωση να αντισταθούν στη νομιμοποίηση των καταστροφικών λατρειών, και να αρνηθούν κάθε πρόταση συνεργασίας, για οποιοδήποτε λόγο, με τον σατανισμό και τις ψυχοκτόνες σέκτες. Δεν πρόκειται εμείς οι χριστιανοί να αναγνωρίσουμε ποτέ τον Σατανά και τους διαβόλους του ως νόμιμους διεκδικητές της ψυχής του ανθρώπου, δεν πρόκειται να τους δεχθούμε ως έχοντες θέση δίπλα στον θρόνο του Θεού. Διακηρύσσω εδώ, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι αυτή η θέση είναι αδιαπραγμάτευτη.

Έχοντας αυτές τις θέσεις, θα επιχειρήσω τώρα να περιγράψω με ποιούς όρους και ποιούς τρόπους είναι δυνατή η δημιουργία περιβάλλοντος συνεργασίας. Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι σε λίγα χρόνια όταν οι ανήκοντες σε θρησκευτικές μειονότητες θα αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα στις φιλοξενούσες χώρες, θα εισέλθουν και στις στρατιωτικές τάξεις, και τότε θα ομιλούμε για την ανάγκη ανεκτικού περιβάλλοντος.

Η εύκολη συνταγή για τη δημιουργία του πρόσφορου περιβάλλοντος, είναι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι από όλους μας σεβαστά, αλλά αδικεί τον χριστιανισμό όποιος νομίζει ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι πιό φιλελεύθερα από αυτόν. Ο χριστιανισμός είναι πάντοτε ένα βήμα μπροστά από τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, διότι δεν αρκείται σε αυτό, αλλά απαιτεί την διακονία του ανθρώπου, είτε αυτός έχει είτε όχι κάποιο δικαίωμα.

Οι χριστιανικές Εκκλησίες και ομολογίες, θα πρέπει να βρουν όχι σε νομικά κείμενα και δημιουργήματα του ανθρώπου, όσο άριστα κι αν είναι αυτά, αλλά στο ίδιο το παράδειγμα και τη διδασκαλία του Ιησού, το πρότυπο συμπεριφοράς πάνω στο οποίο θα θεμελιώσουν τη συνεργασία τους.

Υπάρχουν οι γνωστές σε όλους μας μακάριες υποδείξεις: “μακάριοι οι πραείς, μακάριοι οι ελεήμονες, μακάριοι οι ειρηνοποιοί” και οι άλλες εντολές που μας δίνει στην Επί του όρους ομιλία. Καλούμεθα να συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι οι εντολές αυτές δεν είναι βέβαια διδασκαλία καλών τρόπων, δεν είναι καν διδασκαλία μιας ανώτερης ηθικής, ως ελέχθη. Είναι διδασκαλία του τρόπου με τον οποίο μπορούμε να υπερβούμε το υπαρξιακό όριό μας, να σπάσουμε τις αλυσίδες του εγώ μας, και να διακονήσουμε τον άνθρωπο δίπλα μας.

Εκεί, στη διδασκαλία της αγάπης και της προσφοράς θα βρούμε και τη μέθοδο και τη δύναμη να επιτύχουμε τον ζητούμενο στόχο μας.

Πέραν όμως αυτών οι χριστιανοί στρατιωτικοί ιερείς, εκφραστές του πνεύματος αυτού της αγάπης, οφείλουν να διδάξουν εμπράκτως στους πιστούς στη θρησκεία τους στρατιωτικούς ότι κάθε άνθρωπος έχει μέσα του κάποιο μικρό έστω “διαμαντάκι” που πρέπει να καταβάλει κανείς συστηματική προσπάθεια να το ανακαλύψει να και ωφεληθεί από αυτό. Κάθε άνθρωπος φέρει μαζί του την προσωπική, ιστορική και πνευματική του οικοσκευή, δηλ. την ιστορία του, την παράδοσή του, τον πολιτισμό του, τα ήθη του. Όλα αυτά μπορεί να αξιοποιηθούν για το καλό της κοινωνίας και να οδηγήσουν στην οικοδόμηση σχέσεων αλληλεξάρτησης και αλληλοπεριχώρησης. Αυτό το “δούναι και λαβείν” είναι παράγων εξελίξεως και πολιτισμού χωρίς να συνοδεύεται βέβαια από την υποτίμηση του ευρωπαϊκού μας πολιτισμού, όπως δυστυχώς πράττουν όσοι δεν γνωρίζουν καλά τις συνιστώσες του.

Τέλος, η δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος σεβασμού και ανεκτικότητας έναντι του άλλου εξαρτάται εν πολλοίς και από τον κοινωνικό περίγυρο, που διαμορφώνεται όχι αποκλειστικά και μόνον από τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά και από πολλούς άλλους παράγοντες που πρέπει να επηρεάσουμε με διδαχή και πειθώ. Και αυτό το καθήκον το επιτελούμε με ζήλο και πιστότητα, αποβλέποντες στην ανάλογη διαμόρφωση και του στρατιωτικού περιβάλλοντος, που είναι αναγκαία προέκτασις του.

Εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου σας. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα μελετήσει τα πορίσματά του και θα λάβει τις ενδεδειγμένες αποφάσεις. Οι ιερείς της, που υπηρετούν εις το στράτευμα είναι εκλεκτοί πατέρες και ποιμένες, αφοσιωμένοι στο έργον τους.

Χαιρετίζω και ευλογώ την εδώ παρουσία των. Σε όλους σας εύχομαι καλή διαμονή στη χώρα μας και καλή επιτυχία στα έργα σας.

Related posts