Select your Top Menu from wp menus

Η Εκκλησία το 2000-2001: προβλήματα, επιτεύγματα, προοπτικές

9/10/2001

Κύρια σημεία ομιλίας του Αρχιεπισκόπου κατά την έναρξη των εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Α΄
Οι αρμοδιότητες της Δ.Ι.Σ. ως εντολοδόχου της Ι.Σ.Ι. Το κοσμικό φαινόμενο της ‘‘αντιπολίτευσης’’ στην Εκκλησία και η ‘‘ανορθόδοξη’’ κριτική

Στο Α΄ τμήμα της ομιλίας του ο Μακαριώτατος επισήμανε κατά πρώτον ότι η αμφισβήτηση που δέχεται τελευταία το Συνοδικό σύστημα, με αφορμή ορισμένες αποφάσεις που ελήφθησαν συνοδικώς από την Δ.Ι.Σ., οφείλεται ασφαλώς σε παρανόηση σχετικά με τα όρια των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων της Δ.Ι.Σ., τόσο σε σύγκριση με τις αρμοδιότητες της Ι.Σ.Ι., όσο και ιδίως σε ό,τι αφορά στα διοικητικά και ποιμαντικά εν γένει δικαιώματα των επιμέρους ποιμεναρχών.

Αναφερόμενος αναλυτικά στις προβλέψεις του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν.590/1977), δηλαδή αυτές των άρθρων 4 και 9, ο Μακαριώτατος σημείωσε ότι, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο συγκλήσεων της Ι.Σ.Ι., η εξ αυτής προερχόμενη εκάστοτε Δ.Ι.Σ., όργανο γνήσια αντιπροσωπευτικό και συλλογικό, έχει όλες κατά νόμον αρμοδιότητες της Ι.Σ.Ι., εκτός εκείνων (π.χ. εκλογή Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών, επιβολή ποινής αφορισμού κ.λπ.) που ρητά και περιοριστικά κατονομάζονται ως επιφυλασσόμενες αποκλειστικά για την Ι.Σ.Ι. και μη υποκείμενες σε μεταβίβαση, ασκώντας ως εντολοδόχος «πάσαν εκκλησιαστικήν- διοικητικήν εξουσίαν». Άρα η Δ.Ι.Σ. δικαιούται να επιλαμβάνεται όλων σχεδόν των χρόνιων, εκτάκτων και περιστασιακών προβλημάτων της Εκκλησίας και να αναζητά τις λύσεις τους, ενώ η τυχόν παραπομπή ενός θέματος αρμοδιότητάς της στην Ι.Σ.Ι. υπόκειται σε ορισμένη διαδικασία, κρινόμενη με κριτήρια εκκλησιαστικά, που βασίζονται σε υπεύθυνη τοποθέτηση απέναντι στο πρόβλημα, περί των οποίων ανέκκλητη κρίση επαφίεται σ’ αυτήν ή και στα μέλη της Ι.Σ.Ι. Για παράδειγμα, στο θέμα της επίσκεψης του Πάπα η πρόταση να συγκληθεί προς τούτο η Ι.Σ.Ι. απορρίφθηκε από την Δ.Ι.Σ., που έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος.

Περαιτέρω, ο Μακαριώτατος υπογράμμισε ότι η Ι.Σ.Ι. ως «ανώτατη εκκλησιαστική αρχή» νομίμως και κανονικώς ασκεί εποπτεία επί της διοίκησης και λειτουργίας των Μητροπόλεων της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ η Δ.Ι.Σ. μπορεί να ασκεί τέτοια εποπτεία επί των ζητημάτων για τα οποία έχει αρμοδιότητα(π.χ. ζητήματα Πίστεως, Θείας Λατρείας, κανονικής τάξης, ποιμαντικού συντονισμού κ.λπ.), κατ’ αναφορά προς την Ι.Σ.Ι.. Κάθε Επίσκοπος είναι αποκλειστικά αρμόδιος και υπεύθυνος για τη διοίκηση και διαχείριση των εκκλησιαστικών πραγμάτων των Ενοριών της Επαρχίας του, ενώ η Σύνοδος έχει αρμοδιότητα για τα μείζονα εκκλησιαστικά ζητήματα, που υπερβαίνουν την τοπική διάσταση. Όπως τόνισε, δε νοείται ανταγωνιστική σχέση μεταξύ της Συνόδου και των Επισκόπων, ενώ η επίκληση της αυθεντίας και ανεξαρτησίας των τελευταίων προς αμφισβήτηση των ορίων δικαιοδοσίας του συλλογικού οργάνου είναι «οδός ολισθηρά», διότι εγκυμονεί τον κίνδυνο ατομικής αυθαιρεσίας, απονεύρωσης του συνοδικού θεσμού και μετατροπής του σε τυπικό φορέα συνοδικότητας. Ο δημοκρατικός θεσμικός ρόλος της Δ.Ι.Σ. συνιστά μέτρο διαρκούς συνοδικότητας και ανάλογου περιορισμού και ελέγχου πιθανής κατάχρησης εξουσίας από τον εκάστοτε Πρώτο. Το Συνοδικό δε σύστημα λειτουργεί άριστα και δημοκρατικά και ουδεμία απόπειρα αυταρχικής διοίκησης έχει σημειωθεί, είναι μάλιστα εκ των πραγμάτων επιβεβλημένο και εξαιτίας του ότι η συνεχιζόμενη ζωή της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο επιβάλλει άγρυπνη παρακολούθηση των ζητημάτων που καθημερινά ανακύπτουν για την άμεση και λυσιτελή αντιμετώπισή τους.

Κατά δεύτερον, ο Μακαριώτατος χαρακτήρισε ως «πικρό και θλιβερό φαινόμενο παρακμής» την εμφάνιση και στους κόλπους της Εκκλησίας του κοσμικού φαινομένου της ‘‘αντιπολίτευσης’’, με το οποίο επιχειρείται συστηματική ‘‘κριτική’’ κατά των αποφάσεων της Δ.Ι.Σ., αλλά ουσιαστικά ‘‘κριτική’’ του Αρχιεπισκόπου, ως αποκλειστικού δήθεν υπευθύνου για κάθε εικαζόμενη απαρέσκεια. Πρόσφατο δε παράδειγμα μίας τέτοιας ‘‘ανορθόδοξης’’ κριτικής είναι τα πικρόχολα σχόλια και οι δηλώσεις στον Τύπο 2-3 Αδελφών για την αποστολή των τριών Επιστολών της Ιεράς Συνόδου προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Αδελφοί αυτοί άφησαν να εννοηθεί ότι η σύνταξη και η αποστολή των εν λόγω Επιστολών οφειλόταν σε προσωπική πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου, που αναλήφθηκε ερήμην της Δ.Ι.Σ., λησμονώντας ότι οι Επιστολές συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν από την Δ.Ι.Σ. σε τρεις συνεδριάσεις της κατά τους μήνες Ιούνιο – Αύγουστο. Άλλο παράδειγμα είναι η ενορχηστρωμένη προβολή με συνεντεύξεις στον Τύπο του έωλου επιχειρήματος ότι εξαιτίας των Επιστολών κινδυνεύει η ενότητα της Εκκλησίας με αποκλειστικό υπαίτιο τον Αρχιεπίσκοπο. Την ενότητα, σημείωσε ο Μακαριώτατος, δεν λυμαίνεται ούτε η αλήθεια, ούτε η δικαιοσύνη, αλλά οι εγωϊσμοί, η αμετρία, τα τυφλά πάθη, ο φθόνος και η υποκρισία που δεν γνωρίζουν να προτιμούν το καλό συμφέρον.

Το Συνοδικό σύστημα, τόνισε, ερείδεται επί της αρχής της ελεύθερης μεν διατύπωσης γνώμης και άποψης, της πρόθυμης δε και υπεύθυνης συμμόρφωσης όλων προς την απόφαση της πλειοψηφίας. Μάλιστα το δικαίωμα της κριτικής των Συνοδικών αποφάσεων είναι απεριόριστο και σεβαστό, πρέπει όμως να ασκείται στη Σύνοδο και όχι «επί των δωμάτων», έξω από εδώ, δόλια, ανεύθυνα και χωρίς αντίλογο, και να θεμελιώνεται επί γεγονότων και όχι επί φαντασιώσεων, με ευπρέπεια και παρρησία και όχι με προπέτεια, με πειστικά και όχι με παραπειστικά επιχειρήματα. Γιατί η έντεχνη δημοσιότητα των διαφωνιών-άλλοτε υποκινούμενη από τρίτους και άλλοτε όχι- έχει βλάψει τον ιερό θεσμό της Εκκλησίας, χωρίς να έχει προσφέρει τίποτε θετικό στην επίλυση των προβλημάτων της.

Β΄
Η λήξασα Συνοδική περίοδος: παραγωγική, αλλά και δύσκολη

Στο δεύτερο τμήμα της ομιλίας του ο Μακαριώτατος, αφού τόνισε ότι δεν θα αναφερθεί λεπτομερώς στην επίσκεψη του Πάπα, το ζήτημα των ταυτοτήτων και τα οικονομικά της Εκκλησίας, καθώς αυτά θα αναπτυχθούν από ειδικούς αγορητές Ιεράρχες, χαρακτήρισε τη λήξασα Συνοδική περίοδο παραγωγική, αλλά και έντονα φορτισμένη με μείζονα πολυσύνθετα, πολυδιάστατα και επικίνδυνα προβλήματα, για τα οποία υπήρχε πολλές φορές η αίσθηση της κίνησης πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί με το καθήκον της εξασφάλισης επωφελώς για την Εκκλησία ισορροπιών, αλλά και συνέπειας, τόλμης, σύνεσης, παρρησίας και υπευθυνότητας. Σε όλα τα ζητήματα, είπε, υπήρξαν και φωνές διαφορετικής τοποθέτησης, οι οποίες ούτε αγνοήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν εκ των προτέρων από την Σύνοδο, αλλά μελετήθηκαν σχολαστικά και αξιολογήθηκαν, ώστε τελικά και αυτές να οδηγήσουν σε μία συνολική και σφαιρική θεώρηση με αποτέλεσμα τη δόξα της Εκκλησίας, τη στήριξη του έργου Της και την προβολή Της διεθνώς.

Γ΄
Παρατηρήσεις για τη σύγχρονη εποχή Στο τρίτο τμήμα της ομιλίας του, ο Μακαριώτατος έκανε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Ζούμε σε μία εποχή έντονης αμφισβήτησης – με νέες μεθόδους – του Χριστιανισμού και αναβίωσης παλαιών σχημάτων που μάχονται την Πίστη. Ενδεικτικό παράδειγμα υπήρξε η χωρίς αντίσταση από τους πολιτικούς απάλειψη από την Χάρτα των Δικαιωμάτων του Ευρωπαίου Πολίτη, που ψηφίστηκε στην Νίκαια της Γαλλίας τον Δεκέμβριο του 2000, κάθε αναφοράς στο χριστιανικό ή έστω και στο θρησκευτικό πολιτισμικό υπόβαθρο της Ευρώπης, απάλειψη που καταδικάστηκε τόσο από την Εκκλησία μας, όσο και από τον Πάπα στην Κοινή Δήλωση του με τον Αρχιεπίσκοπο.
Στη χώρα μας η κίνηση αυτή κάνει τώρα δειλά-δειλά την εμφάνισή της και το ζήτημα των ταυτοτήτων εντάσσεται στο ίδιο περίγραμμα, όπως εύστοχα διέγνωσε εξαρχής η Εκκλησία μας, αντιδρώντας δυναμικά. Το ζήτημα υπήρξε η κορυφή του παγόβουνου και η ανακίνησή του έγινε και με την “συμβολή” ξένων κέντρων εξουσίας που καταγγέλλουν ως ρατσισμό κάθε προσπάθεια για τη διάσωση της εθνικής ταυτότητας, ενώ χαρακτηρίζουν ως φασισμό κάθε εμμονή στη Χριστιανική Πίστη και Ηθική και κάθε αναφορά σε Χριστιανική Ευρώπη. Όσο για την ελληνική υποκουλτούρα, αυτή καταλόγισε στην Εκκλησία μας ευθύνες που ποτέ δεν προέκυψαν και την περιέβαλε με την εχθρότητά της, στηριζόμενη σε επιχειρήματα αλλότρια, ξένα προς την παράδοση, την ιστορία και τη συνείδηση του Ορθόδοξου Ελληνικού Λαού, ο οποίος αντέδρασε και αντιδρά, γιατί συνειδητοποιεί την πρόκληση και την αδικία και προσβλέπει με εμπιστοσύνη προς την Εκκλησία, την οποία αισθάνεται δική του. Ο δε κ. Πρωθυπουργός, απέφυγε μέχρι σήμερα επιμελώς- αν και κατ’ επανάληψη προεκλήθη – να δηλώσει ο ίδιος σαφώς και επισήμως, ενώπιον του Λαού και της Βουλής, ότι η κυβέρνησή του δεν έχει σκοπό να λάβει κανένα από τα μέτρα που ‘‘συζητούνται’’ ή που εισηγήθηκε ο νυν Υπουργός Δικαιοσύνης.
Ο σημερινός καθημερινά δοκιμασμένος και απεγνωσμένος άνθρωπος έχει ανάγκη μίας Εκκλησίας που διασώζει την αποστολικότητα, την συνοδικότητα και την ανθρωπιά Της. Και τέτοια ήταν και είναι μόνο η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Η δε ιδιότητά Της ως Σώματος Χριστού και όχι ως σωματείου θρησκευόμενων ανθρώπων – όπως την θέλουν κάποιοι εντός και εκτός Ελλάδος- δεν αποκλείει τη δράση, την ενεργοποίηση των πιστών Της προς υπεράσπιση ηθικών και πνευματικών αξιών, ούτε τη χρησιμοποίηση «θύραθεν» τρόπων για την έκφραση της αντίθεσής Της προς τους ισχυρούς της Πολιτείας όταν εκτρέπονται, αρκεί οι τρόποι αυτοί να είναι έντιμοι, νόμιμοι, υπεύθυνοι και με πληρότητα αγάπης. Έτσι η Σύνοδος, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της Ι.Σ.Ι., καλώς αποφάσισε και καλώς πιστεύει ότι έπραξε άριστα καταφεύγοντας, με ελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο, στον Πιστό Λαό (π.χ. Λαοσυνάξεις, συλλογή υπογραφών), χωρίς να αναιρέσει σε καμία περίπτωση τον ιερό χαρακτήρα της Εκκλησίας και χωρίς να την εκκοσμικεύσει.
Οφείλουμε να μαχόμαστε για τη διαφύλαξη της Πίστης μας και της ιδιοπροσωπείας του Λαού μας, τις οποίες κάποιοι θέλουν να υπονομεύσουν και να καταργήσουν με μία σειρά μέτρων αποχριστιανισμού της Ελλάδας. Τα πρώτα δείγματα της επιδιωκόμενης τελειωτικής μορφής στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, όπως την έχουν προδιαγράψει διάφορα κέντρα εξουσίας, έχουν ήδη εμφανισθεί ως απόψεις για τον ιδιωτικό και όχι το δημόσιο χαρακτήρα της θρησκείας, την επιδίωξη θεσμοθέτησης του υποχρεωτικού πολιτικού γάμου, την αφαίρεση των Ιερών Εικόνων από τις αίθουσες των σχολείων και των δικαστηρίων, την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών με τη σημερινή μορφή του και την μετονομασία του σε μάθημα Θρησκειολογίας, την ‘‘λογοκρισία’’ της Ιστορίας, την κατάργηση των θρησκευτικών ορκωμοσιών στις Δημόσιες Υπηρεσίες και τις Ένοπλες Δυνάμεις και του Αγιασμού στη Βουλή. Η Εκκλησία μας απέδειξε ότι ανθίσταται και ότι μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη σχεδιασμένη αλλοτρίωση του Λαού, ο οποίος στάθηκε και στέκεται στο πλευρό Της, καθώς Αυτή σηματοδοτεί την μοναδική εναπομένουσα δύναμη και ελπίδα για τη σωτηρία του τόπου, παρά το χλευασμό του και παρά τις λυσσαλέες προσπάθειες ψευδολογίας, λασπολογίας και παραπληροφόρησης κάποιων ορκισμένων εχθρών της Ορθοδοξίας. Η συνετή και θαρραλέα αντίδραση της Εκκλησίας με τη συλλογή των υπογραφών έστειλε σε όλους το μήνυμα ότι η Εκκλησία σήμερα δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και ότι οι έλληνες Την υπερασπίσθηκαν και δεν πρόκειται να δεχθούν ούτε την επιχειρούμενη περιθωριοποίησή Της, ούτε τον αποχριστιανισμό της χώρας μας. Άλλωστε τα μείζονα ζητήματα δεν κλείνουν, όσο και αν κάποιοι επιμένουν και ψευδώς προβάλλουν, κοινωνικά ηθικά και ιστορικά, εάν αυτό δεν το επιθυμεί ο ίδιος ο Λαός.
Βέβαια η πιστή εκπλήρωση της αποστολής της Εκκλησίας ενέχει μέγα κόστος για όσους ομιλούν για τον Χριστό και δεν αφήνουν ελεύθερο το πεδίο δράσης στους ποικίλους υπονομευτές της Πίστης. Τρανή απόδειξη του μέχρι ποίου σημείου αδίστακτοι είναι οι άνθρωποι της τρέχουσας παρακμής είναι η πρωτοφανής, αήθης και υβριστική επίθεση ενός εν ενεργεία Υπουργού της Κυβέρνησης εναντίον του προσώπου του Προκαθημένου της Εκκλησίας. Οι ευθύνες της επίθεσης αυτής δυστυχώς παραμένουν και επιμερίζονται σε όλα τα μέλη της κυβέρνησης και κυρίως στον κ. Πρωθυπουργό, ο οποίος δεν προέβη στην παραμικρή κίνηση για να ανακαλέσει στην τάξη τον βαρύτατα παρεκτραπέντα Υπουργό του.
Σε μία τέτοια εποχή, στην οποία τα σχέδια που έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται έχουν στο στόχαστρό τους δυστυχώς και τη διάλυση του ελληνισμού, την παραχάραξη της Ιστορίας και την ουσιαστική υπονόμευση της κοινωνίας με την προβολή του συνθήματος για την κατάργηση του Έθνους – Κράτους επ’ ωφελεία μίας πολυπολιτισμικής, πολυφυλετικής και πολυθρησκευτικής κοινωνίας που διαμορφώνεται, οι βυσσοδομούντες φιλοδοξούν να πλήξουν την Εκκλησία ώστε Αυτή να σιωπήσει και να περιορισθεί σε ανούσιο ρόλο, που δεν θα ενοχλεί. Ήδη ορισμένες πολιτικές ηγεσίες χωρών της Ε.Ε. προχωρούν σε οδό πλήρους απομάκρυνσης από οποιονδήποτε δεσμό με την θρησκεία. Παράλληλα στο πλαίσιο της Ένωσης αναμένεται να προωθηθούν προγράμματα και νομοθεσίες που διώχνουν τον Χριστιανισμό στο καταδικασμένο ιστορικά παρελθόν και ενισχύουν την επικράτηση άθρησκης αποδοχής της ιδιαιτερότητας, ενώ και η διεύρυνσή της ενδέχεται να υπακούσει στην ίδια λογική, καθώς είναι σίγουρο ότι θα ενταχθούν οι μη Ορθόδοξες χώρες και οι χώρες όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει ισχυρή φωνή και θα μείνουν απ’ έξω η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Σερβία, με την τύχη της Ορθόδοξης Κύπρου να είναι αβέβαιη. Σε μία στιγμή που απειλείται η ίδια η υπόσταση της Πίστης μας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, εμείς, αντί περί άλλων να τυρβάζουμε, δηλαδή για το αν έπρεπε να έλθει ή να μην έλθει ο Πάπας στην Ελλάδα, (σημειωτέον ότι η επίσκεψή του προσέφερε χωρίς να δώσουμε τίποτε από όσα μας ανήκουν και χωρίς να συμβιβασθούμε στο παραμικρό, την εικόνα μίας Εκκλησίας που δεν φοβάται και είναι ανθρώπινη, ακυρώνοντας την μέχρι τούδε τεχνηέντως προβληθείσα εικόνα Της ως υπερσυντηρητικής και μισαλλόδοξης), οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τον εξ αισθήματος αυτάρκειας προερχόμενο απομονωτισμό μας, να συνεργασθούμε με όλους τους άλλους Χριστιανούς και να αναλάβουμε κοινή δράση προασπίζοντας τις κοινές μας αρχές και αντιμετωπίζοντας τον κοινό κίνδυνο που απειλεί όλους μας. Έτσι καθήκον της Εκκλησίας μας, που δε φοβάται την Ευρώπη, αλλά διαλέγεται μαζί της, είναι να αναλάβει, σε έναν αγώνα με προοπτική βάθους και εντός του πλαισίου του Συντάγματος της Πολιτείας μας, ενεργό ρόλο για την διαφύλαξη της πνευματικής ταυτότητας των Ελλήνων και της Χριστιανικής ταυτότητας της Ευρώπης.
Όσο και αν οι δυνάμεις της αθεΐας στην πατρίδα μας θέλουν να φιμώσουν τα στόματα της αλήθειας, αμφισβητώντας στην Εκκλησία το δικαίωμα να έχει άποψη ακόμη και για θέματα που πρωτίστως την αφορούν, εμείς δεν δικαιούμαστε ούτε να προδώσουμε τις αρχές μας, ούτε να μείνουμε ουδέτεροι, διαψεύδοντας τις προσδοκίες του Λαού. Από μέρους μας χρειάζεται ενότητα στην Ιεραρχία, καθαρός, έντιμος και αληθινός λόγος (θαρραλέος, αλλά και συνετός, ζωντανός και σύγχρονος, αλλά όχι ‘‘ξύλινος’’ που να ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα της ραστώνης και να αφυπνίζει συνειδήσεις), συνεργασία σε όλα τα επίπεδα με τα στελέχη μας, κοινή δράση στο πλαίσιο του σχεδιασμού των κινήσεων μας. Αν μπορούσαμε να είχαμε ενιαίο λόγο προς τα έξω και να τιθασεύαμε τις υπερβολές, τις μικρόψυχες τάσεις και τις προσωπικές μας φιλοδοξίες, δεν θα δίναμε το δικαίωμα στους εχθρούς της Ορθοδοξίας και του Έθνους να επιδιώκουν τη διάσπασή μας, να προβάλουν γελοία προσχήματα σε βάρος μας (όπως αυτό περί δήθεν ‘‘θεοκρατίας’’ που τάχα να επιθυμούμε να εγκαθιδρύσουμε σε αντικατάσταση της δημοκρατίας), να συκοφαντούν την πατρίδα μας στο εξωτερικό ως δήθεν διοικούμενη από τους ‘‘σκοταδιστές παπάδες’’ και τους Ορθόδοξους ‘‘Χομεϊνί’’ και να επιχαίρουν για φαινόμενα που τους ενθαρρύνουν.

Δ΄
Παρατηρήσεις για μείζονα εκκλησιαστικά ζητήματα

Στο τέταρτο τμήμα της ομιλίας του, ο Μακαριώτατος προχώρησε σε μερικές πρόσθετες παρατηρήσεις:
Η παρατηρούμενη στασιμότητα στην προώθηση πολλών από τα τρέχοντα μεγάλα προβλήματα της Εκκλησίας οφείλεται στο απροκάλυπτα εκβιαστικό καθεστώς της ουσιαστικής άρνησης της κυβέρνησης να συνεργασθεί, στα σημεία που η σύμπραξή της απαιτείται, με την Εκκλησία. Ουσιαστικά η κυβέρνηση απαίτησε, δια των δηλώσεων του κ. Πρωθυπουργού και του εκπροσώπου της, να δηλώσει η Εκκλησία παραίτηση από το ζήτημα των ταυτοτήτων προκειμένου να ανοίξουν οι δίαυλοι επικοινωνίας. Εάν όμως η Εκκλησία παραιτείτο, από σκοπιμότητα ή φόβο, θα εκτίθετο ανεπανόρθωτα ενώπιον του πιστού Λαού, θα εξευτελίζετο και θα διασύρετο, καθώς οι ίδιοι που σήμερα καμώνονται ότι επιθυμούν την συνεργασία Της, θα ισχυρίζονταν πλέον ότι είναι εύκολη να ανταλλάσσει τις ιερές αρχές και τα πιστεύματα Της με εφήμερες παροχές, παίζοντας ένα ‘‘σικέ παιχνίδι’’ και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, όπως είπε αδεώς άλλος Αδελφός μας, άμα τάχα τη εγκρίσει των κονδυλίων της Ε.Ε. Η Εκκλησία παραμένει σταθερή στις αρχές Της και δεν υποχωρεί από αυτές, συνεχίζοντας τον αγώνα Της μαζί με τον Λαό υπέρ του δικαίου, χωρίς να δίνει επιχειρήματα συναλλαγής και συμβιβασμού. Γνωρίζει να υπομένει και να αναμένει, γιατί οι καιροί μεταβάλλονται και οι συνθήκες αλλάζουν, συγχωρεί, φέρεται ψύχραιμα, δεν ανταποδίδει, δεν εκδικείται. Δεν πολεμά την κυβέρνηση, αλλά διαφωνεί με μία συγκεκριμένη απόφασή της. Γι’ αυτό και δεν εμποδίζεται να ομιλεί με την κυβέρνηση, να μην έχει διαρρήξει τις σχέσεις, να μην έχει αποκλείσει την εξαίτηση και την παροχή ορισμένων διευκολύνσεων, όπου αυτές μπορεί να γίνουν χωρίς από μέρους Της αβαρίες. Για παράδειγμα, στις επισκέψεις στη Ρωσία και στη Σερβία ζητήθηκε και παραχωρήθηκε δωρεάν στρατιωτικό αεροπλάνο ή το επίσημο αεροπλάνο της κυβέρνησης, καθώς, παρά τη διαφωνία, δεν έπαυσε ο Αρχιεπίσκοπος να αποτελεί θεσμικό παράγοντα στο Ελληνικό Κράτος και να δικαιούται των αρμοζουσών στο αξίωμά του τιμών.
Με αμείωτους ρυθμούς συνεχίσθηκε η μελέτη και προώθηση άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων που δεν άπτονται άμεσα παράλληλων κρατικών παρεμβάσεων. Όλα αυτά βέβαια δε γίνονται από την μία ημέρα στην άλλη. Όσοι δεν κρίνουν επιπολαίως ή εμπαθώς, σπεύδοντας να αποφανθούν από τρίποδος ότι δεν έγινε τίποτε όλα αυτά τα χρόνια, δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τι προηγείται κάθε μεγάλου έργου. Η καλή θεμελίωση, για την οποία απαιτείται ο περισσότερος χρόνος και τα περισσότερα χρήματα, εξασφαλίζει διάρκεια στο όλο οικοδόμημα.
Ιδιαίτερα σημαντικό θέμα είναι η πάση θυσία σταδιακή εξασφάλιση οικονομικής αυτοδυναμίας από την Εκκλησία, γιατί πραγματικά ισχυρή και ελεύθερη Εκκλησία είναι εκείνη που διαθέτει και οικονομική ανεξαρτησία. Παρά το ότι η Εκκλησία βρίσκεται στο στόχαστρο λοιδοριών και επιθέσεων, και όταν κινείται για την οικονομική Της ανάκαμψη (γιατί επιδίδεται τάχα σε επιχειρηματικές δραστηριότητες εγκαταλείποντας το κύριο έργο Της) και όταν παραμένει αδρανής (γιατί δεν αξιοποιεί τα περιουσιακά Της στοιχεία)- κάτι που αποδεικνύει ότι τα σχόλια των επικριτών Της δεν είναι ειλικρινή, αλλά αποβλέπουν αφενός στο διασυρμό Της και αφετέρου στην αποδυνάμωση και αποθάρρυνσή Της, ώστε να υποστεί ούτως ή άλλως ζημιά – οφείλει να δραστηριοποιηθεί και να αξιοποιήσει, με διαφάνεια και προσοχή, την ολιγοστή εναπομείνασα περιουσία Της, προκειμένου να υποστηρίξει τα ιεραποστολικά, κοινωνικά και φιλανθρωπικά έργα Της, τα οποία Την αναδεικνύουν Προκαθήμενη της ευποιϊας. Ο ετοιμαζόμενος να εκδοθεί Τόμος για τα έργα αγάπης και φιλαλληλίας της Εκκλησίας δίνει την εικόνα πληθώρας Ιδρυμάτων, για την λειτουργία των οποίων διατίθεται ετησίως το ποσό των 50 δισ. δρχ. Παρά όμως τα επιτεύγματα της Διοικούσας Επιτροπής και των Υπηρεσιών της Ε.Κ.Υ.Ο. την τριετία που πέρασε ( τα διαθέσιμα, που το 1998 ήταν 5,8 δισ. δρχ., σήμερα αγγίζουν τα 10 δισ. δρχ. χωρίς την παραμικρή εκποίηση), η Εκκλησία χρειάζεται πλέον να αξιοποιήσει το σύνολο του ανθρώπινου δυναμικού Της και να αναζητήσει νέους τρόπους εξασφάλισης εσόδων, υπερβαίνοντας τα προ πολλού ξεπερασμένα βήματα και σχήματα, που και αποτελεσματικοί θα είναι και συμβατοί με το ήθος, τον πνευματικό σκοπό και την ιερή αποστολή Της, προκειμένου να μην σκανδαλίζουν.
Η έγκριση της Ι.Σ.Ι. είναι απαραίτητη για κάποιες προτάσεις που χρήζουν περαιτέρω επεξεργασίας, ώστε να αποδώσουν. Με την έγκριση της Δ.Ι.Σ., ήδη καταρτίζεται σχέδιο Καταστατικού, που τυγχάνει επεξεργασίας από την Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο., για τη δημιουργία Α.Ε., που θα κληθεί στον κατάλληλο χρόνο να διαχειρισθεί και να αξιοποιήσει με σύγχρονες μεθόδους μέρος της όλης εκκλησιαστικής περιουσίας. Υπό το ίδιο πνεύμα, η Ε.Κ.Υ.Ο. ετοιμάζει σχέδιο Καταστατικού μίας Α.Ε. για τη δημιουργία χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων σε οικόπεδα της Εκκλησίας, μελετά τη δημιουργία ασφαλιστικής Ε.Π.Ε. με υποδομή πρακτορείου, η οποία σε συνεργασία με την ΑΛΦΑ Τράπεζα Πίστεως θα έχει ως στόχο την ασφάλιση με ιδιαιτέρως συμφέροντες όρους των περιουσιακών κινητών και ακινήτων στοιχείων της Εκκλησίας, και προχωρεί, σε συνεργασία με την Δ.Ε.Η., στην έρευνα, μελέτη και επισήμανση δυνατοτήτων εκμετάλλευσης άγονων δασικών εκτάσεων στις οποίες θα ήταν δυνατό να δημιουργηθούν πάρκα αιολικής ενέργειας.

Ε΄
Τα πεπραγμένα της λήξασας Συνοδικής περιόδου

Στο πέμπτο τμήμα της ομιλίας του, ο Μακαριώτατος ενημέρωσε τα μέλη της Ι.Σ.Ι. για ορισμένα από τα πεπραγμένα της Δ.Ι.Σ., κατά την λήξασα Συνοδική περίοδο. Μεταξύ άλλων μίλησε για:
Τις ταυτότητες των κληρικών που υπήρξαν πρωτοβουλία της Δ.Ι.Σ. με στόχο την καλύτερη εσωτερική οργάνωση της Εκκλησίας και την παροχή δυνατότητας σε Αυτήν να διαχωρίζει τους κανονικούς και γνήσιους κληρικούς Της από τους περιφερόμενους ψευδώνυμους ρασοφόρους. Η καταγραφή ούτε για πρώτη φορά εφαρμόσθηκε, ούτε σε φακέλωμα των κληρικών απέβλεπε. Το μέτρο προορίζεται για εσωτερική και μόνο χρήση και για την εξυπηρέτηση του κατόχου, οι αιτιάσεις δε των επικριτών του, που δεν εμπιστεύονται την Εκκλησία και πολεμούν ανύπαρκτους εχθρούς και κινδύνους, είναι προϊόν υπερβάλλοντος ου κατ’ επίγνωσιν ζήλου, παχυλής άγνοιας, παντελώς αβάσιμες και απλώς φόβου πρόξενες, καρπός περιδεών συνειδήσεων ή νοσηρής φαντασίας.
Το Internet, με το οποίο η Εκκλησία επιδιώκει να μεταδίδει τον λόγο του Ευαγγελίου και την αλήθεια της Πίστεως σε όλο τον κόσμο, να κάνει σαφή στο διεθνές κοινό το θεολογικό στοχασμό και την εμπειρία της Ορθόδοξης Ζωής και διαυγή τη ζωντάνια και τον πλούτο της Ορθόδοξης Παράδοσης, να καταθέτει την μαρτυρία Της στα τρέχοντα θέματα, να προβάλει με σαφήνεια την άρρηκτη σχέση Της με το Γένος, να καταδεικνύει την ιδιοπροσωπεία του Νέου Ελληνισμού και την προσφορά του στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και να συνδέει τους ομογενείς μας με Αυτήν και τις ρίζες τους. Η σελίδα Της στο Internet εισήχθη το 1998 και με την πληρότητά της αναμένεται να προσελκύσει το τρέχον έτος 13.000.000 επισκέπτες.
Τη διαρκή επιμόρφωση κληρικών και λαϊκών στελεχών της Εκκλησίας, που πρέπει να σχεδιασθεί με βάση τις σύγχρονες ανάγκες της Εκκλησίας και στόχο την επιτυχή αντιμετώπιση των προκλήσεων των καιρών. Προς τούτο αποφασίσθηκε η ίδρυση Σχολής Επιμόρφωσης Εκκλησιαστικών Στελεχών και, σε συνεννόηση με την Εθνική Σχολή Διοικήσεως, προγραμματίστηκε στις εγκαταστάσεις της στην Αθήνα η πρώτη σειρά μαθημάτων επιμόρφωσης με αντικείμενο την απονομή της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης, που μάλιστα πρόκειται να επαναληφθεί στη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα προς διευκόλυνση των κληρικών. Απώτερος στόχος είναι η λειτουργία της Σχολής στο κατάλληλο οίκημα της Εκκλησίας. Προς αυτή την κατεύθυνση η Εκκλησία κινείται για την αγορά παραθαλάσσιου ξενοδοχείου, το οποίο θα χρησιμοποιείται κατά τους μεν θερινούς μήνες ως ξενοδοχείο, με δυνατότητα φιλοξενίας Αρχιερέων, κληρικών και ξένων επισκεπτών , κατά δε τους χειμερινούς ως Κέντρο Επιμόρφωσης.
Το Νοσοκομείο των κληρικών και των οικογενειών τους, για την ανέγερση του οποίου η Εκκλησία διαπραγματεύεται να συνεργασθεί με μεγάλη χριστιανική και φιλανθρωπική οργάνωση της Αμερικής. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα συζητήσεις, η Εκκλησία θα διαθέσει, χωρίς να μεταβιβάσει την κυριότητα, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, την απαιτούμενη έκταση γης επί της οποίας θα ανεγερθούν οι υψηλών επιστημονικών προδιαγραφών εγκαταστάσεις δαπάναις της αμερικανικής οργάνωσης, και έναντι αυτού θα λάβει την Προεδρία του Δ.Σ. του Νοσοκομείου και μία ακόμη θέση, το 5% των κλινών δωρεάν για του κληρικούς Της, το 100% δωρεάν των περισσότερων εργαστηριακών εξετάσεων γι’ αυτούς και τα μέλη των οικογενειών τους, δικαίωμα παροχής δωρεάν νοσηλείας σε απόρους και ενδεείς, και, μετά την εκπνοή της χρονικής περιόδου που θα συμφωνηθεί, την επιστροφή σε Αυτήν όλων των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού τους. Η Δ.Ι.Σ. είναι αυτή που θα εγκρίνει τους τελικούς όρους αυτής της συνεργασίας.
Την ιδιωτική ασφάλιση των 3.450 μοναχών και μοναζουσών μέχρι της ηλικίας των 75 ετών για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη πρώτης θέσης, την οποία αναλαμβάνει, ως μειοδότης του διενεργηθέντος διαγωνισμού, στον οποίο συμμετείχαν δια των προσφορών τους οι 13 μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες, η ΑΛΦΑ Ασφαλιστική αντί συνολικού ποσού 50 εκατομμυρίων δρχ. Η έναρξη ισχύος του μέτρου της πρόσθετης ασφάλισης θα γίνει την 1η Φεβρουαρίου 2002.
Την ενίσχυση του πνευματικού έργου της Εκκλησίας με την διοργάνωση, μερίμνη της Δ.Ι.Σ. και κατόπιν προτάσεως των αρμοδίων Συνοδικών Επιτροπών, Ημερίδων, Συνεδρίων, Εκθέσεων και Εκδόσεων.
Τις ιδιαίτερα επιτυχημένες εκδηλώσεις για το Ιωβηλαίο έτος 2000.
Την εσωτερική διοικητική αναδιοργάνωση, που αφορά στις κεντρικές Υπηρεσίες της Εκκλησίας, στις οποίες, η κατάσταση έχει αισθητά βελτιωθεί, χωρίς όμως να έχει δαμασθεί πλήρως το ‘‘τέρας της γραφειοκρατίας’’, αλλά και στην κατάσταση που επικρατεί στις Ι. Μητροπόλεις, στις Ι. Μονές και στις Ενορίες. Οι Επίσκοποι, τόνισε ο Μακαριώτατος, πρέπει να προσέξουμε τις σχέσεις μας με τους κληρικούς μας και να μην τους αδικούμε, ενώ δεν πρέπει να προβαίνουμε σε χειροτονίες ακατάλληλων προσώπων μόνο και μόνο για να καλύπτουμε όπως-όπως τα κενά, γιατί η ευθύνη βαρύνει εμάς τους ίδιους. Οφείλουμε να αυτοπεριοριζόμαστε, να αποτελούμε πρότυπα ζωής, να αποφεύγουμε καθετί που σκανδαλίζει και προκαλεί και να κάνουμε την αυτοκριτική μας.
Την αγορά ιδιόκτητου κτιρίου για το Γραφείο της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας μας στις Βρυξέλλες με διαφανείς διαδικασίες έναντι ποσού 450 εκατομμυρίων δρχ. από τα οποία 150 προήλθαν από δωρεές.
Τη νέα ρύθμιση σε σχέση με την ανέγερση Βρεφονηπιακών Σταθμών για κάθε Ι. Μητρόπολη, με διάθεση από την Ε.Κ.Υ.Ο. της δαπάνης για τα σχέδια μέχρι ύψους 5 εκατομμυρίων δρχ. και την επιχορήγηση του έργου με εφάπαξ ποσό 50 εκατομμυρίων για πέντε Σταθμούς ετησίως.
Το επίδομα τρίτου τέκνου στις Ι. Μητροπόλεις της Θράκης , που αφορά σήμερα σε 515 οικογένειες έναντι 93 τον Σεπτέμβριο του 1999, όταν και άρχισε η εφαρμογή του σχετικού προγράμματος. Μέχρι στιγμής έχουν διατεθεί για τον πρώτο χρόνο 84.440.000 δρχ. και για τον δεύτερο 199.680.000 δρχ. που προέρχονται κυρίως από δωρεές της Τράπεζας Πειραιώς, της Ε.Κ.Υ.Ο. και δευτερευόντως ορισμένων Ιεραρχών, κληρικών, μοναχών, Ι. Μονών, αλλά και πιστών.
Τις επιμορφωτικές επισκέψεις κληρικών και λαϊκών στελεχών της Εκκλησίας στις Βρυξέλλες, που άρχισαν από τον περασμένο Ιούλιο, σε συνεννόηση με Έλληνες Ευρωβουλευτές και δαπάναις της Ε.Ε.
Τις επίσημες επισκέψεις στις Εκκλησίες Ρωσίας, Ουκρανίας και Σερβίας, που συνέβαλαν στην ανανέωση των πατροπαράδοτων δεσμών μας με Αυτές, αποτέλεσαν ευκαιρία συνομιλίας για κοινά προβλήματα και απέδειξαν την αλληλεγγύη μας προς τους εν Χριστώ Αδελφούς μας είτε με την χορήγηση υποτροφιών για νέους θεολόγους από την Εκκλησία μας, είτε με την εδώ φιλοξενία εκκλησιαστικών προσώπων και παιδιών. Ενόψει των επισκέψεων αυτών υπήρξε η απαραίτητη συνεργασία με τον Υπουργό των Εξωτερικών και άλλους υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου.
Την υπηρεσία της Ναοδομίας, που οφείλει να τηρεί απαρεγκλίτως τη νομοθεσία, επιβάλλοντας και στους μελετητές την τήρησή της, και να υιοθετεί αυστηρή στάση ελέγχου, καθώς η προ του 1998 στάση της έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζονται σήμερα καταγγελίες, που έμμεσα βάλλουν κατά του κύρους της και κατ’ επέκταση της Εκκλησίας. Σήμερα πάντως, ο χρόνος ελέγχου μίας τυπικής μελέτης εκ μέρους της Ναοδομίας είναι ανάλογος με αυτόν της Πολεοδομίας, παρά τα περί του αντιθέτου διαθρυλούμενα.

ΣΤ΄
Προτάσεις για τις άμεσες επιδιώξεις της Εκκλησίας

Στο έκτο μέρος της ομιλίας του, ο Μακαριώτατος παρουσίασε μερικές προτάσεις του για τις άμεσες επιδιώξεις της Εκκλησίας.. Σημείωσε δε τα ακόλουθα:
Επιθυμώντας να ανταποκριθούμε στην έκκληση του Προέδρου των Η.Π.Α. κ. Bush προς όλες τις πνευματικές δυνάμεις να συστρατευθούν στον αγώνα για την εξάλειψη της μάστιγας της τρομοκρατίας, λάβαμε την πρωτοβουλία να προτείνουμε την σύγκληση στην Αθήνα Διάσκεψης εκπροσώπων των Αγίων Ορθοδόξων και των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, προκειμένου οι Χριστιανικές Εκκλησίες, καθώς και οι εν Ελλάδι εκπρόσωποι της Μουσουλμανικής και της Ιουδαϊκής Θρησκείας να στείλουμε σε όλο τον κόσμο το μήνυμα της ειρήνης και την δικαιοσύνης.
Η απόκτηση από την Εκκλησία, δι’ αγοράς και κατόπιν γενομένου διαγωνισμού, ενός Εκπαιδευτικού και Συνεδριακού Κέντρου, βρίσκεται καθ’ οδόν προς την ολοκλήρωσή της.
Μελετάται η δημιουργία Τράπεζας Πληροφοριών της Εκκλησίας, που συνδεόμενη με όλες τις Ι. Μητροπόλεις, τους εκκλησιαστικούς φορείς, τα Πανεπιστήμια κ.λπ. θα μπορεί να μετέχει αμφίδρομα στο ελληνικό και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι της Κοινωνίας της Πληροφορίας.
Μελετάται σχέδιο για ίδρυση Σταθμών Α΄ Κοινωνικών Βοηθειών για την παροχή ψυχολογικής υποστήριξης, χρήσιμων συμβουλών και πρακτικής βοήθειας σε ενδεείς ή σε άτομα που τελούν υπό καθεστώς απελπισίας και κατάθλιψης.
Μελετάται η ίδρυση Τμημάτων Μεταπτυχιακών Θεολογικών Σπουδών με γνωστικά αντικείμενα που δεν καλύπτονται από τα λειτουργούντα ανάλογα Τμήματα των δύο Θεολογικών Σχολών (π.χ. βιοηθική, οικολογία, γενετική τεχνολογία).
Επιβάλλεται να ενισχύσουμε και να παροτρύνουμε τους κληρικούς μας να εντείνουν την ποιμαντική τους δραστηριότητα, πλησιάζοντας τον Λαό με σύνεση, διάκριση και νέα γλώσσα.
Η Εκκλησία έχει καθήκον να συντελέσει στην ενσωμάτωση των αλλοδαπών στον κορμό του Ελληνικού Λαού με σεβασμό στην ιδιαιτερότητά τους, προτού δημιουργηθούν νέα δεδομένα κατά της κοινωνικής συνοχής.
Η βελτίωση του διοικητικού συστήματος της Εκκλησίας και η εισαγωγή νέων τρόπων λειτουργίας του Συνοδικού θεσμού μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης, εφόσον δεν συνάπτεται με τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη. Η Εκκλησία μπορεί να εισαγάγει λ.χ. τη λελογισμένη δημοσιότητα στις συνεδρίες της Ι.Σ.Ι., τον ουσιαστικό έλεγχο των υποψηφίων προς Αρχιερατεία κ.λπ.
Η καλλιέργεια και ανάπτυξη του ιεραποστολικού πνεύματος, κυρίως μεταξύ των νεότερων κληρικών μας, αποτελεί αδήριτη ανάγκη.
Η Εκκλησία οφείλει να μελετήσει ενδελεχώς και να αναζητήσει τρόπους περιορισμού της ανεργίας και αντιμετώπισης της διασποράς των ναρκωτικών και της βίας στα γήπεδα.
Η Εκκλησία έχει καθήκον να προστατεύσει τους πρόσφυγες, που σήμερα κατά κύματα καταφθάνουν και θα καταφθάνουν, όπως άλλωστε έχει πράξει και στο παρελθόν.
Η Εκκλησία πρέπει να ενισχύσει τη συνεργασία Της με τους Ο.Τ.Α. και να αναλάβει από κοινού προγράμματα της Ε.Ε. για την καταπολέμηση της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Κατόπιν απόφασης της Δ.Ι.Σ., η συμμετοχή της Εκκλησίας στην προσπάθεια για την επιτυχή διοργάνωση της Ολυμπιάδας του 2004 πρέπει να θεωρείται δεδομένη στους τομείς της εξασφάλισης στέγης και φιλοξενίας, εθελοντών κ.λπ.

Ζ΄
Ενότητα και αγώνας

Κλείνοντας την ομιλία του ο Μακαριώτατος εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι ο αγώνας της Εκκλησίας για την υπεράσπιση της Πίστεως θα ευοδωθεί, τόνισε ότι ο Λαός έχει εναποθέσει πάνω Της χρηστές ελπίδες που κανείς δεν πρέπει να διαψεύσει και επανέλαβε την ανάγκη για ενότητα , «χωρίς την οποία τίποτε δεν θα κατορθώσουμε».

Related posts