Select your Top Menu from wp menus

Η εκκλησιαστική εκπαίδευση

28/4/2001

Μέ πολλή χαρά χαιρετίζω τήν σημερινή ἡμερίδα, τήν ὁποία διοργάνωσε ἡ Συνοδική Ἐπιτροπή Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαιδεύσεως καί Ἐπιμορφώσεως Ἐφημεριακοῦ Κλήρου. Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας αὐτή τή στιγμή νά ἐκφράσω τίς θερμές μου εὐχαριστίες πρός τόν Σεβ. Μητροπολίτην Σταγῶν καί Μετεώρων κ. Σεραφείμ, τούς Ἱεράρχες καί λαϊκούς ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι τόν πλαισιώνουν στή Συνοδική Ἐπιτροπή τῆς ὁποίας εἶναι Πρόεδρος, γι’ αὐτήν τήν ὡραία πρωτοβουλία, τήν ὁποία ἔλαβαν καί ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τήν ἀγωνιώδη μέριμνα καί τόν προβληματισμό γιά τό παρόν καί κυρίως τό μέλλον τῆς ἐκκλησιατικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἰδιαιτέρως εὐχαριστῶ τόν Γενικό Διευθυντή Θρησκευμάτων κ. Κωνσταντῖνο Κοντογιάννη, ὁ ὁποῖος παρευρίσκεται, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, καί μέ τήν παρουσία του ἀποδεικνύει τό προσωπικό του ἐνδιαφέρον, δείγματα τοῦ ὁποίου ἔχουμε ἀρκετά κατά τά τελευταῖα τρία χρόνια πού συνεργαζόμεθα στενά, προκειμένου νά ἀναζητήσουμε διέξοδο στά σημερινά ἀδιέξοδα. Εὐχαριστῶ καί ὅλους τούς Διευθυντές καί Καθηγητές τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μας Σχολῶν πού ἤρθατε ἐδῶ μαζί μας σέ μιά προσπάθεια κοινῆς προοπτικῆς καί παρακαλοῦμε νά μεταφέρετε καί στούς ἐν Χριστῷ συναδέλφους σας τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας μας καί τόν προσωπικό μου χαιρετισμό, δεδομένου ὅτι ἔχουμε τά βλέμματά μας πρός τήν Ἐκκλησιαστική Ἐκπαίδευση ἰδιαίτερα δέ πρός ἐσᾶς, πού εἶσθε οἱ φορεῖς τοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ μάρτυρες τῆς ἀληθείας μέσα στά σχολεῖα αὐτά, τά ὁποῖα θέλουμε νά πιστεύουμε ὅτι εἶναι τά φυτώρια τῶν μελλοντικῶν στελεχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὡστόσο, πρέπει νά πῶ ὅτι αὐτή ἡ ἡμερίδα δέν θά μποροῦσε νά προσεγγίσει τόν ἀληθινό στόχο της, ἐάν ἐδῶ δέν γινόταν μιά κριτική καί μιά αὐτοκριτική, προκειμένου νά ἀναζητηθοῦν τά αἴτια τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία, πράγματι, κατά κοινή ὁμολογία δέν εἶναι ἱκανοποιητική. Καί θέλω νά πιστεύω καί ἐλπίζω καί εὔχομαι οἱ ἐργασίες τῆς σημερινῆς ἡμερίδος νά δώσουν τήν δυνατότητα σέ ὅλους νά καταθέσουν ἐδῶ τόν λόγον τους καί νά θέσουν τόν δάκτυλον ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων, προκειμένου νά σχεδιάσουμε τί εἶναι τό καλύτερο νά γίνει γιά τήν ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση, διότι ὑπάρχει, πρέπει νά ὁμολογήσουμε, πολύ μεγάλη ἀπόσταση μεταξύ αὐτῶν πού ἔχουν ὁρισθεῖ ὅτι εἶναι καί ἀποτελοῦν τήν σκοποθεσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως καί αὐτῶν πού ἀποτελοῦν τά πρακτικά ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν σχολείων μας. Γι’ αὐτό πρέπει νά σᾶς διαβεβαιώσω θεωροῦμε ὅτι ὁ προβληματισμός αὐτός δέν ἀνήκει μόνο στήν Ἐκκλησιαστική Διοίκηση, δηλαδή στούς ἱερωμένους ἤ σέ ἐμᾶς πού ἀποτελοῦμε τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία βεβαίως ὀφείλει καί πρέπει νά ἔχει τόν πρῶτο λόγο τοῦ ἐδιαφέροντος γι’ αὐτές τίς Σχολές καί ὄχι νά περιμένει ἀπό τούς ἄλλους ἤ καί ἀπό τήν Πολιτεία ἀκόμα μέτρα ἀναβάθμισης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δυστυχῶς, ὅμως, ἤ εὐτυχῶς, τό σύστημα πού ἔχει ἐπικρατήσει στήν πατρίδα μας σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν λειτουργία τῶν ἐκκλησιαστικῶν σχολείων, δέν εἶναι ἀποκλειστική ἁρμοδιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά συμπλέκεται μέ ἀνάλογη ἁρμοδιότητα τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Τά μέτρα δέ τά ὁποῖα θεωροῦμε ἀναγκαῖα, μόνον ὡς προτάσεις μποροῦν νά νοηθοῦν ἀπό τήν ἁρμόδια πολιτική ἀρχή τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων. Ἑπομένως ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀπαιτεῖται ἀπό ἐκείνης τήν πλευρά εἶναι ἡ ὕπαρξη πολιτικῆς βουλήσεως γιά τήν ἀναβάθμιση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παιδείας, πράγμα τό ὁποῖο ἔθεσα ὡς ἕναν ἀπό τούς πρώτους στόχους τῆς Ἀρχιεπισκοπείας μου. Καί εἶναι μάρτυρες ἐδῶ ὁρισμένοι ἐκ τῶν παρόντων γιά τήν ἐργώδη καί ἐντατική προσπάθεια, τήν ὁποία καταβάλαμε καθ’ ὅλο τό θέρος τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἐκλογῆς μου, δηλαδή τοῦ ἔτους 1998, καί ἐν συνεχείᾳ τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1999, ὅταν στά πλαίσια μιᾶς μικτῆς ἐπιτροπῆς Ἐκκλησίας καί Ὑπουργείου Παιδείας, μετά ἀπό μιά πρώτη καί δεύτερη συνεννόηση, ἡ ὁποία ἔγινε τότε μεταξύ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τοῦ ΥΠ.Ε.Π.Θ. κ. Γερ. Ἀρσένη καί τῆς ταπεινότητός μου, ἐτέθη τό θέμα γιά τήν ἀναβάθμιση τῶν τεσσάρων (4) Ἀνωτέρων ἐκκλησιαστικῶν σχολῶν σέ ἐπίπεδο τριτοβάθμιας Ἐκπαίδευσης καί τήν ἀναβάθμιση τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Λυκείων σέ Ἑνιαῖα Ἐκκλησιαστικά Λύκεια, ὥστε νά ἐνταχθοῦν στήν τότε ἐπί θύραις ἐκπαιδευτική μεταρρύθμιση, καθώς ἐπίσης καί τή δημιουργία τῶν Σχολῶν Ἱερατικῶν Σπουδῶν, ὅπως ὀνομάστηκαν γιά τούς μαθητές ἐκείνους πού δέν εἶχαν τά προσόντα νά παρακολουθήσουν μαθήματα στά ἑνιαῖα Ἐκκλησιαστικά αὐτά Λύκεια, ἐπειδή δέν εἶχαν τά ἀναγκαῖα μορφωτικά ἀγαθά καί δέν εὑρίσκοντο στό ἁρμόζον ἐπίπεδο γιά νά συναγωνισθοῦν ἐπί ἴσοις ὅροις τούς συμμαθητές τους τῶν ἄλλων ἑνιαίων Λυκείων τῆς χώρας.

Τό προϊόν ἐκείνης τῆς ἐπίπονης ἐργασίας, ἡ ὁποία ὄντως ὑπῆρξε ἐργώδης καί πολύ φιλότιμη, καί γιά τήν ὁποία κατ’ ἐπανάληψη προφορικῶς καί γραπτῶς εὐχαρίστησα τά μέλη τῆς διμεροῦς ἐπιτροπῆς, πού ἐργάσθηκε μέ πολύ πόνο καί κόπον ἀλλά καί ἀγάπην γιά τίς Ἐκκλησιαστικές Σχολές, δέν φαίνεται νά ἔχει ἐπιβραβευθεῖ, γεγονός τό ὁποῖο μᾶς δημιουργεῖ ἀρκετές ἀμφιβολίες, ἐάν ὄντως ὑπάρχει εἰλικρινής πολιτική βούληση γιά τήν ἀναβάθμιση τῆς ἐκκλησιατικῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖον τόν τελευταῖον χρόνο, σχεδόν, περιόρισα στό ἐλάχιστο τίς ἐπισκέψεις μου στίς ἐκκλησιαστικές σχολές, διότι εὑρισκόμουν σέ πολύ δυσχερή θέση, ὅταν ἐρωτῶμαι ἀπό Καθηγητές καί μαθητές τῶν Σχολῶν αὐτῶν περί τοῦ μέλλοντός των.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρώτη ἐνδιαφέρεται γιά τήν καλή πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως, προκειμένου νά βγοῦμε ἀπό τό σημερινό τέλμα καί νά ἀτενίσουμε ὅπως λέγει καί ὁ τίτλος τῆς σημερινῆς ἡμερίδος, τήν ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση μέσα στόν 21ο αἰώνα μέ ὅλες τίς προκλήσεις καί τίς προοπτικές, οἱ ὁποῖες διανοίγονται ἐνώπιόν μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τό μέλλον τῆς ἐκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως δέν εἶναι ζοφερό μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν θά ὑπάρχει σκοπός καί νόημα ὑπάρξεως· εἶναι ζοφερόν ἐν ὄψει τοῦ σημερινοῦ πλαισίου, ἐντός τοῦ ὁποίου ἐξελίσσεται ἡ ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση καί τό ὁποῖο θελήσαμε νά ἀλλάξουμε, νά μετατρέψουμε σέ πιό εὐέλικτο καί κυρίως πιό ἐκκλησιαστικό, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ φυσική Μητέρα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Κατά συνέπεια δέν νοεῖται τό καθεστώς, τό ὁποῖο ὑπάρχει σήμερα, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι παροῦσα στήν Ἐκκλησιαστική Ἐκπαίδευση μέ τή μορφή τῆς προεδρίας τῶν σχολικῶν ἐφορειῶν καί μόνον καί νά μήν ἔχει σχεδόν κανένα λόγο, οὔτε στά ἀναλυτικά προγράμματα τῶν μαθημάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν σχολῶν, οὔτε στήν ἐπιλογή τοῦ προσωπικοῦ, διότι στηρίζουμε χρηστές ἐλπίδες σέ σᾶς τούς Καθηγητές γιατί πιστεύουμε ὅτι ἐσεῖς εἶσθε ὁ βασικώτερος μοχλός γιά τήν ἐπίτευξη αὐτῆς τῆς ἀναβάθμισης, τήν ὁποία ὅλοι ὁραματιζόμαστε καί ὀνειρευόμαστε. Ἐάν ἑπομένως ἡ Ἐκκλησία ἀναλάβει τίς εὐθύνες Της, καί ὑπό τήν σημερινήν ἡγεσίαν εἶναι ἕτοιμη νά τίς ἀναλάβει, καί μπορῶ ἔτσι νά κατανοήσω καί τήν τοποθέτηση τῆς προγενεστέρας καταστάσεως, πρίν ἀπό τή δική μου ἐκλογή διότι εἶναι πολύ φυσικό γρήγορα ν’ ἀποθαρρύνονται οἱ ἄνθρωποι, ὅταν βλέπουν τήν ἀδιαφορία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπό κάποια ἄλλη πλευρά, ἤ ὅταν βλέπουν ὅτι οἱ συνεχεῖς παρακλήσεις τελικά δέν ὁδηγοῦν σέ κανένα ἀποτέλεσμα. Ἐάν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τήν ἀνάμειξιν τῆς Ἐκκλησίας στήν ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση, αὐτοί δέν μποροῦν νά εἶναι ἐκκλησιαστικοί ἄνθρωποι καί δέν μποροῦν νά κατανοοῦν τό ἀληθές νόημα τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτά εἶναι πράγματα ἀφύσικα καί παράλογα.

Ὅταν λέμε ἀνάμειξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐννοοῦμε οὐσιαστική παρέμβαση Αὐτῆς, τόσο στά προγράμματα, ὅσο καί κυρίως στήν ἐπιλογή τῶν Καθηγητῶν, διότι ἀλλιῶς “ἀέρα δέρομεν καί ἐπί τῆς ἄμμου οἰκοδομοῦμεν”. Τά κριτήρια, τά ὁποῖα ὑπάρχουν στήν πρόσληψη τῶν Καθηγητῶν στά ἄλλα σχολεῖα, δέν μποροῦν νά θεωροῦνται ἱκανοποιητικά στήν πρόσληψη τῶν Καθηγητῶν στήν ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση. Αὐτό ὑποθέτω ὅτι τό ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας. Καί θελήσαμε νά διατηρήσουμε τόν δημόσιο χαρακτήρα τῶν σχολῶν αὐτῶν στήν ἐργασία αὐτή, τήν ὁποία ἐκάματε καί περί τῆς ὁποίας ὁμίλησα μόνον καί μόνον, διότι ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει τήν οἰκονομική δυνατότητα νά στηρίζει οἰκονομικῶς τήν λειτουργία τῶν

Σχολῶν αὐτῶν, καί δέν διστάζω νά σᾶς τό ὁμολογήσω, ἀλλά καί διότι θέλαμε νά διατηρήσουν οἱ καθηγητές τήν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου μέ φορέα μισθοδοσίας καί συντάξεως τό ἑλληνικό κράτος. Θελήσαμε, ὅμως, πιστεύοντες ὅτι μποροῦμε νά συνεργασθοῦμε μέ τήν ἑλληνική πολιτεία μέ πᾶσαν εἰλικρίνειαν καί ἀμοιβαίαν ἐκτίμησιν τῆς δυνατότητος τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως, γι’ αὐτό καί συμπεριελάβαμε στά κείμενα, τά ὁποῖα ἔχουμε καταρτίσει, μιά οὐσιαστική θέση τῆς Ἐκκλησίας, τόσο στά ἁρμόδια συμβούλια διά τήν ἐπιλογήν τοῦ προσωπικοῦ καί διά τόν καταρτισμόν τῶν ἀναλυτικῶν προγραμμάτων, ὅσον καί διά τήν λειτουργίαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μονάδων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νά ὑπάρξει ἡ αὔρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς πνοῆς, γιά νά μποροῦμε ἔτσι νά ὑπολογίζουμε ὅτι αὐτά τά σχολεῖα μποροῦν κάλλιστα ν’ ἀποτελέσουν τά φυτώρια γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἱερατικῶν κλίσεων κατά κύριον λόγον καί ἐν συνεχείᾳ νά προσφέρουν στήν Ἐκκλησία τά στελέχη, τά ὁποῖα θά διακρίνονται γιά τή μόρφωση, τό ἦθος, τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τήν ἀγάπην τους πρός τόν Χριστόν καί τήν Ἐκκλησίαν.

Ἐσεῖς οἱ καθηγητές πρέπει νά δώσετε τόν καλύτερο ἑαυτό σας στή διδασκαλία τῆς ὕλης, ἀλλά καί βεβαίως δέν πρέπει νά εἴμαστε ἱκανοποιημένοι, ὅταν μεταδίδουμε ξερές γνώσεις. Πρέπει νά μεταδίδουμε τό πνεῦμα, τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτό εἶναι πολύ βασικό καί ὀφείλεται ἐν πολλοῖς, γιά νά μήν πῶ ἐξ ὁλοκλήρου, στούς καθηγητές. Εἶναι ἑπομένως καθῆκον, τό ὁποῖο καί ἡ Πολιτεία, κυρίως ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἔχει θέσει ἐπί τῶν ὤμων της. Ἡ ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση δέν μπορεῖ νά εἶναι ὁ χῶρος γιά προσωπικές τακτοποιήσεις καί μόνον ἤ ἐπαγγελματικές, ἄς εἶναι κι αὐτά, εἶναι ἀνθρώπινα, ἀλλά νά κάνουμε τήν δουλειά μας, αὐτό μᾶς ἐνδιαφέρει καί νά ἔχουμε καρποφορία. Καί οἱ δικές μας εὐθύνες εἶναι πολύ μεγάλες, γιατί σέ ὁρισμένες φάσεις ἡ Ἐκκλησία ἐγκατέλειψε τήν ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση στήν τύχη της, ἐπειδή δέν εἶχε λόγο σ’ αὐτήν καί ἐπειδή ἴσως ὁ λόγος Της δέν ἀκουγόταν, ὅπως δέν ἀκούεται καί τώρα. Βέβαια αὐτό εἶναι καιρικό-περιστασιακό, καί ἴσως ὀφείλεται στή ρήξη καί κρίση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας – Πολιτείας, ἀλλά δέν μποροῦν νά “πληρώνουν” οἱ ἐκκλησιαστικές σχολές πού εἶναι ἕνας τομέας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς πολιτικῆς διοίκησης γιά τήν ὕπαρξη ἑνός ἄλλου φαινομένου, τό ὁποῖο ἀπό τή φύση του περιορίζεται σέ ὁρισμένα πλαίσια. Ἑπομένως, ἡ ἀνυπαρξία πολιτικῆς βούλησης σήμερα γιά τήν προώθηση μέτρων, τά ὁποῖα ἔχουν μελετηθεῖ καί μποροῦν κάλλιστα νά μελετηθοῦν ἐκ νέου, ὅπως δήλωσα στόν σημερινό Ὑπουργό Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων κ. Πέτρο Εὐθυμίου, δέν εἶναι δυνατόν νά μήν ὑπάρχει καί νά καταδικάζει ἕναν ὁλόκληρο τομέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γιατί κυρίως ἐμᾶς τήν Ἐκκλησία ἐνδιαφέρει ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως καί κανέναν ἄλλον. Εἴμεθα εὐγνώμονες πρός τήν πολιτεία, διότι διαθέτει ἀρκετά οἰκονομικά κονδύλια ἀπό τόν κρατικό προϋπολογισμό γιά νά διατηρεῖ τά σχολεῖα αὐτά, τά ὁποῖα ἔχουν οἰκοτροφεῖα καί ἑπομένως τό κόστος λειτουργίας των εἶναι πολύ ὑψηλό. Εἶναι πράγματι μιά προσφορά τῆς πολιτείας, ἀλλά δέν μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία στά θέματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως νά περιορίζεται σέ τυπικό ρόλο καί μόνον καί οὔτε μποροῦν οἱ Μητροπολῖτες νά μήν δείχνουν ἐνδιαφέρον γιά τήν καλή ἤ κακή πορεία καί ἐξέλιξη τῶν σχολῶν αὐτῶν, ἀλλά οὔτε καί οἱ καθηγητές νά εἶναι κατά κάποιον τρόπον αὐτονομημένοι ἀπό τήν ἐκκλησιαστικήν ἀρχήν στήν ὁποία ὑπάγονται καί νά ἐνεργοῦν αὐτόνομα, ἐπειδή ἐξαρτῶνται ἀπό τό ΥΠ.Ε.Π.Θ.

Αὐτά εἶναι σκέψεις, τίς ὁποῖες ἀπέκτησα ἀπό τήν πρακτική ἐμπειρία ἐπί 25 χρόνια ὡς Μητροπολίτης Δημητριάδος. Στήν ἕδρα τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς ὑπάρχει Ἐκκλησιαστικό Λύκειο, καί ἐκ τοῦ σύνεγγυς εἶδα, ἔζησα καί ἀντιμετώπισα τά προβλήματα τῆς σχολῆς, ἡ ὁποία σέ κάποια φάση ἀκμῆς ἐθεωρεῖτο ἀπό τό ΥΠ.Ε.Π.Θ. ὡς μιά πρότυπη ἐκκλησιαστική σχολή.

Σκοπός ἐπίσης τῆς ἐκπαιδεύσεως δέν εἶναι ἡ ἐγκεφαλική μόρφωση, τήν ὁποία ὁ κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει μέ τό Internet, ἐκεῖ ὅπου στηρίζονται σήμερα τά ἀνοικτά Παν/μια, ἀλλά ἡ παρουσία τοῦ δασκάλου πάντοτε θά εἶναι ἀναντικατάστατη, ὅπως καί γενικότερα ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου σέ κάθε θέση δέν μπορεῖ νά ἀντικατασταθεῖ ἀπό τά μηχανήματα. Ἄλλη γοητεία ἔχει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὅταν κανείς τό ἀντιμετωπίζει καί τό βλέπει, καί ἄλλη ἡ ψυχρή ὀθόνη. Ἡ παρουσία τοῦ καθηγητοῦ εἶναι ἀκριβῶς γιά τή διαμόρφωση τῶν προσωπικοτήτων, ὁ καθηγητής στήν Ἐκκλησιαστική Ἐκπαίδευση δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ φορέας τῶν γνώσεων, εἶναι ταυτόχρονα ὁ πνευματικός καθοδηγητής, ἔτσι τόν βλέπει ἡ Ἐκκλησία καί ἔτσι τόν θέλει, ὡς συνεργάτη Της σ’ αὐτή τήν μεγάλη προσπάθεια στήν ὁποία κάνουμε καί ἡ ὁποία ἀποβλέπει νά ἐπανδρώσουμε τήν Ἴδια μέ πραγματικά, ἀληθινά, ἱκανά στελέχη, μέ νέους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θά διαπνέονται ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου καί θά διαθέτουν ἀνάλογες μέ τήν ἐποχή μας γνώσεις γιά νά εἶναι ἡγέτες μέσα στήν κοινωνία καί ὄχι οὐραγοί. Νά διαπλάθονται μέσα σ’ αὐτά τά σχολεῖα ἠθικές καί ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες.

Σήμερα οἱ νέοι γενικῶς ὑστεροῦν στήν ἀπόδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, καί ἀργά ἤ γρήγορα θἄχουμε πρόβλημα καί στήν Ἐκκλησία μας. Αὐτή ἡ ἀγωνία μου μέ ὁδήγησε νά συστήσω σέ κάθε ἐνορία τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς μας φροντιστήρια ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης γιά τά παιδιά τῶν σχολείων καί γιά τούς μεγαλυτέρους ἀνθρώπους, γιά νά κατανοοῦν τά λειτουργικά κείμενα. Ἐλπίζουμε ὅτι θά ἔχουμε ἕνα καλό ἀποτέλεσμα σ’ αὐτήν τήν προσπάθειά μας.

Ἕνα ἄλλο σημεῖο τό ὁποῖο μᾶς προβληματίζει καί πρέπει νά τό θίξουμε, εἶναι ἡ τραγικότητα κάποιων καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρέθηκαν νά εἶναι καθηγητές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως χωρίς τοὐλάχιστον τό προτέρημα καί τό προσόν τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Εὑρέθηκαν ἐκεῖ, διότι εἶχαν τά τυπικά προσόντα. Εἶναι ἕνα παρεμφερές φαινόμενο τῶν τελευταίων χρόνων μέ τήν παρουσία θεολόγων καί στά ἄλλα σχολεῖα, καθηγητές τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, οἱ ὁποῖοι δέν διστάζουν νά ποῦν στούς μαθητές τους ὅτι δέν πιστεύουν στό Θεό καί ἁπλά ἀπό ὑποχρέωση κάνουν τό καθῆκον τους γιά νά βγάζουν τά πρός τό ζῆν. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι τραγικές φυσιογνωμίες. Ἡ ἰδιότητα ὅμως εἰδικά ἑνός καθηγητοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς ἔχει ἄμεση σχέση καί μέ τήν ἐσωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί καλά θά κάνουν νά ζητήσουν μετάταξη σέ ἄλλους κλάδους τῆς ἐκπαίδευσης.

Οἱ ἐκκλησιαστικές σχολές, τέλος, ἔχουν νά ἐπιτελέσουν ἕνα σπουδαῖο ἔργο, ἕναν σπουδαῖο ρόλο μέσα στήν σημερινή κοινωνία, ἡ ὁποία ἐποδοπάτησε τίς ἠθικές ἀρχές καί εὐτελίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα ἀντιτάσσει τήν δική Της οἰκουμενικότητα, ὁ ὁποία ἔρχεται ν’ ἀγκαλιάσει τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, τόν σύγχρονο νέο, γιά νά τόν καθοδηγήσει σωστά, νά τόν κάνει νά σταθεῖ ὄρθιος στά πόδια του καί νά δώσει μιά μαρτυρία ὀρθοδόξου πνευματικότητας μέσα στό σύγχρονο κόσμο. Θά πρέπει ὅλοι μας νά προετοιμάσουμε τούς νέους κληρικούς μας στόν 21ο αἰώνα καί θά τούς ἑτοιμάσουμε, ἄν τούς φέρουμε σέ ἄριστη σχέση καί ἐπαφή μέ τήν παράδοση, τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι φιλελεύθερη, ἀνθρώπινη καί πλούσια σέ ὀρθόδοξη πνευματικότητα, τήν ὁποία ἔχει πολύ ἀνάγκη σήμερα ὁ λαός μας καί οἱ ποιμένες του. Ἔτσι μόνον θά διασωθεῖ ἡ ἰδιοπροσωπεία μας καί ἡ ἑλληνορθόδοξος ταυτότητά μας. Σήμερα οἱ ἱεραπόστολοι λείπουν καί ἀπό τούς κληρικούς μας ἀκόμα, λόγω τῆς ἐπήρειας τοῦ ὑλιστικοῦ, τοῦ εὐδαιμονιστικοῦ πνεύματος καί τοῦ πνεύματος τῆς ἀνέσεως, τό ὁποῖο κυριαρχεῖ στήν ἐποχή μας, γι’ αὐτό χρειάζεται ἐνίσχυση τῶν ἐσωτερικῶν μας ἀντιστάσεων γιά νά διασώσουμε, νά διαφυλάξουμε τόν ὀρθόδοξο χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως καί νά χειραγωγήσουμε τούς νέους μας πρός τήν τελειότητα καί τήν θέωση, πού εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας.

Related posts