Select your Top Menu from wp menus

Η κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας

11/10/2000

Εισήγηση εις τη Ι.Σ.Ι

Σεβασμιώτατοι καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί,

Τό ζήτημα πού προέκυψε μέ τή διαγραφή, μέ τήν αἰφνιδιαστική ἀπόφαση τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Σημίτη, τοῦ Θρησκεύματος ἀπό τίς ἑλληνικές ταυτότητες ἐξακολουθεῖ νά ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία καί τήν ἑλληνική κοινωνία ἐπί 4 συνεχεῖς μῆνες καί νά δηλητηριάζει τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Ἔχει γραφῆ στόν τύπο ὅτι αὐτή ἡ κρίση, “ἐνῶ δέν ὠφελεῖ καμία ἀπό τίς δύο πλευρές, προφανῶς ζημειώνει τή χώρα” (Βλ. Στ. Ψυχάρη ἄρθρο στό “Βῆμα” 2.7.2000). Ἕνας ἀμείλικτος πόλεμος ἔχει ξεσπάσει σέ βάρος τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ συγκεκριμμένα ὡρισμένων ΜΜΕ πού ἔχουν στρέψει ἐναντίον της τά ὅπλα των μέ πρωτοφανῆ μανία, πού ξεπερνᾶ κάθε ἀντιεκκλησιαστικό προηγούμενο. Αὐτόν τόν πόλεμο δέν τόν ἐπιδιώξαμε, μᾶς ἐπεβλήθη. Αὐτή τήν ὥρα ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι κρίνεται ἡ θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέσα στό κράτος τῶν Ἑλλήνων, ἐνῶ δέν ἀποκρύπτεται ἡ προσπάθεια κάποιων κυβερνητικῶν κύκλων νά διαχωρίσουν τό κράτος ἀπό τή θρησκεία καί τέλικά νά ἀποθρησκειοποιήσουν ὄχι μόνο τή δημόσια ἀλλά καί τήν ἐθνική καί τήν κοινωνική ἑλληνική ζωή. Μέχρι τώρα ἐλέγοντο καί ἐγράφοντο μερικά πράγματα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή ἀπό μοναχικούς, συνήθως στρατευμένους, ἐπιστήμονες ἤ δημοσιογράφους, πού ἔτρεφαν μέ τά κείμενά των τήν ψευδαίσθηση ὅτι τάχα ὑπάρχει ὑστέρηση δημοκρατίας στήν Ἑλλάδα, ἐπειδή αὐτή γιά τούς γνωστούς ἱστορικούς καί παραδοσιακούς λόγους ἔχει τή στενή σχέση μέ τήν Ὀρθοδοξία. Τώρα, ὅμως, τά πράγματα ἄλλαξαν. Οἱ κύκλοι τῆς ἄθεης ἰντελλιγκέντσιας – καί ὄχι μόνον αὐτοί- τώρα ἀπέκτησαν κυβερνητική φωνή καί δύναμη καί παρέσυσραν τόν Πρωθυπουργό.

Προκάλεσαν μέ δόλιο τρόπο τήν ἀναμέτρηση, μέ ὁρατό πλέον στόχο τό διχασμό τοῦ λαοῦ καί τόν ἔντεχνο ἀποπροσανατολισμό του. Πρόκειται γιά τήν πρώτη σέ τόσο μεγαλη ἔνταση ἐπίθεση κατά τῆς Ἐκκλησίας, πού κινητοποίησε τήν ἄθεη καί τή γενικότερη ἀντιπνευματική διανόηση τοῦ τόπου, συγκεκριμμένα ΜΜΕ καί μεμονωμένα πρόσωπα, πού σέ καθημερινή βάση μέ ἄρθρα, σχόλια, ρεπορτάζ καί ἄλλα δημοσιεύματα, εἰδήσεις καί μεθοδική παραπληροφόρηση, ἐπιδιώκουν νά διαστρέψουν ἀλήθειες καί νά παρασύρουν τόν ὀρθόδοξο ἑλληνικό λαό, ὥστε νά παύσει νά στηρίζει τήν Ἐκκλησία, πού μάχεται γιά νά παραμείνει ἡ Ἑλλάδα μέ ὀρθόδοξη χριστιανική παράδοση καί πίστη, ὅπως αὐτή διασώζεται μέσα στή συνείδηση τοῦ λαοῦ μας καί ἐκδηλώνεται στήν καθημερινή ζωή. Ὁ πόλεμος αὐτός ἔχει ἤδη ἀρχίσει.

Καθώς ἔχουν ἤδη διαρρεύσει 4 μῆνες ἀπό τήν ἔναρξη τῆς κρίσεως, ἐθεώρησα ἐπάναγκες νά κάνω μίαν τρόπόν τινα ἀποτύπωση τῆς καταστάσεως, νά προσεγγίσω τίς διαπιστώσεις πού ὅλοι ἔχουμε κάνει καί κυρίως νά ἀναφερθῶ στούς κοινούς προβληματισμούς μας, πού πρέπει νά μᾶς ὁδηγήσουν ἀναπόφευκτα καί χωρίς ἀναβολή στήν υἱοθέτηση μέτρων γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν συνεπειῶν τῶν ἐπερχομένων γιά τήν Ἐκκλησία καί γιά τό Ἔθνος δεινῶν καταστάσεων. Ἄλλωστε καί ἡ ἐπιλογή τῶν θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐντάσσεται μέσα στά πλαίσια τῆς ἴδιας αὐτῆς ἀνάγκης. Καί ἡ παροῦσα ΙΣΙ καλεῖται νά ἀρθῆ στό ὕψος τῶν περιστάσεων καί νά ἀντικρύσει μέ νηφαλιότητα καί ψυχραιμία, ἀλλά καί μέ ἀποφασιστικότητα καί ἱστορική συνέπεια, κυρίως ὅμως μέ βαθειά καί γνήσια πίστη στόν Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τήν κατάσταση λαμβάνουσα τίς ἐνδεδειγμένες ἀποφάσεις πού ἐπιβάλλονται ἐκ τῶν περιστάσεων. Μᾶς χρειάζεται, ἐπίσης, μιά εἰλικρινής αὐτοκριτική. Οἱ καιροί εἶναι χαλεποί καί οἱ ἡμέρες πονηρές. Γι’ αὐτό οἱ σκέψεις πού ἀκολουθοῦν ἔχουν γραφῆ μέ μεγάλη προσοχή καί ἀντικειμενικότητα, ἐπειδή θά ἀποτελέσουν ἀσφαλῶς τό βασικό ὑλικό τῆς ἀνάλυσης πού θά πρέπει νά γίνει μέσα στήν αἴθουσα αὐτή ἀπό τούς Ἐπισκόπους τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, μέ κάθε ἐλευθερία καί συναίσθηση εὐθύνης. Καί περιέχουν καί στοιχεῖα αὐτοκριτικῆς χωρίς νά ἀσχολοῦνται μέ ζητήματα πού τρέφουν συνήθως τήν στεῖρα ἀντιπαράθεση, τήν ματαιοδοξία ἤ τήν ἐμπάθεια. Μέσα στήν αἴθουσα αὐτή πρέπει καί πάλιν νά πνεύσει ἡ αὔρα τοῦ Παρακλήτου καί νά ὁδηγήσει ὅλους μας πρώτους σέ προσευχή καί μετάνοια, καθώς ἐπίσης καί στή συνειδητοποίηση τῆς ἀνάγκης νά βιώσουμε σέ ὅλη της τή διάσταση τήν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινῆς μας Μητέρας, πού ἀγκαλιάζει ὅλους μέ τόν ἴδιο τρόπο, καί τῆς θείας Χάριτος πού ἐμπνέει καί καθοδηγεῖ με ἀσφάλεια ὅλο τόν κόσμο. Ἡ ἐπιλογή αὐτοῦ τοῦ θέματος ὡς ἑνός ἀπό τά πρῶτα θέματα τῆς παρούσης Συνόδου δέν πρέπει νά θεωρηθῆ ὅτι διεκδικεῖ ἀποκλεισμόν ὅλων τῶν ἄλλων ἐπίσης σοβαρῶν καί μεγάλων πνευματικῶν καί καθαρῶς ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων τοῦ χώρου μας. Δέν εἶναι αὐτό θέμα μοναδικῆς σημασίας γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχει ὅμως ἐπικαιρότητα καί γι’ αὐτό συζητεῖται.Καί προσφέρει δυνατότητες ἀξιολόγησης τοῦ ἤθους μας, τῆς πίστεώς μας, τῆς καθαρᾶς προσήλωσής μας στίς ὀρθόδοξες ἀρχές μας. Σάν τέτοιο μᾶς προσφέρει ἐπίσης τή δυνατότητα νά τό ἐγγίσουμε ὄχι μέ τήν ἐπίγεια στενότητά του, ἀλλά μέ τήν οὐράνια ἐλπίδα καί διαύγεια, πού ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας μᾶς ἐγγυᾶται.

Α´. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Προεισαγωγικῶς ὑπογραμμίζω ὅτι ἡ παροῦσα κρίση στίς σχέσεις Ἐκκλησίας -Κράτους ἀφορᾶ στήν ταυτότητα τοῦ συγχρόνου Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας του καί στοχεύει ἔντονα στή λήθη ἤ τήν παραμόρφωση τῆς Ἱστορίας. Τήν ἴδια ὥρα πού ἐπιδιώκεται ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος ἡ ἄμεση ἀποδυνάμωση ὅλων τῶν ἠθικῶν δυνάμεων πού ἀντιστρατεύονται τή Νέα Τάξη πραγμάτων τοῦ παγκοσμιοποιητικοῦ χυλοῦ καθώς καί στή διαμόρφωση ἑνός ἐφιαλτικοῦ μέλλοντος τοῦ ἀτομοκεντρικοῦ μετανθρώπου, στό βαθμό πού θά ἐπεκτείνονται οἱ γενετικές μεταλλάξεις καί ἡ κατασκευή μηχανισμῶν “συνεπαφῆς” ζωντανῶν ἱστῶν καί μηχανικῶν κατασκευῶν. Μέ ἄλλα λόγια ἐπιχειρεῖται σήμερα στή χώρα μας μιά ἀπόρριψη τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῶν τριῶν μεγάλων περιόδων. Ἀρχαία Ἑλλάδα, Βυζάντιο, Νέος Ἑλληνισμός καί περιορισμός τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους σέ μιάν ἄχρωμη “πολυπολιτισμική κοινωνία”. Παράλληλα ἐπιχειρεῖται μέ πεῖσμα ἡ ἀπόρριψη τοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας στούς αἰῶνες τῆς δουλείας καί στόν ἐθνικοαπελευθερωτικό ἀγῶνα τοῦ 1821 καί σέ ὅλους τούς ἀγῶνες τοῦ λαοῦ μας, ἀλλά καί στή σύγχρονη κοινωνία καί ἡ πρόταξη τοῦ ρόλου τοῦ Διαφωτισμοῦ, παραγνωρίζοντας ὅτι ἀκόμη καί οἱ περισσότεροι ἀπό τούς Ἕλληνες Διαφωτιστές ἦσαν κληρικοί τῆς Ἐκκλησίας. Σάν ἀποτέλεσμα ἑνός τέτοιου βιασμοῦ τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας ἐπιχειρεῖται νά ἀναδειχθῆ ἡ νεοελληνική ταυτότητα ὡς μονοδιάστατα πολιτειακῆς μορφῆς ὑπόθεση, γεγονός πού πολύ πιό εὔκολα θά προετοιμάσει τή συγχώνευση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ σέ ἕνα δυτικοευρωπαϊκό ἀφομοιωποιημένο στό παγκοσμιοποιημένο μεγακράτος. Κατά συνέπειαν, ὅπως ἀπό τήν ἀρχή διεκηρύξαμε, τό ζητημα τῶν ἀστυνομικῶν ταυτοτήτων εἶναι ἡ ἀπαρχή σειρᾶς μέτρων πού θά ἀκολοθοῦσαν, ἄν δέν ὑπῆρχε καί ἄν δέν ὑπάρχει ἡ δι’ ἐπιχειρημάτων λελογισμένη ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας.

Γνωρίζετε ἀσφαλῶς ὅτι τό θέμα τῶν ταυτοτήτων ἐτέθη τό πρῶτον κατά τό ἔτος 1986, ὅταν ἡ τότε κυβέρνηση τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέου Παπανδρέου ἔφερε πρός ψήφιση στή Βουλή νόμο, τόν 1599/86, προβλέποντα, μεταξύ ἄλλων, τήν προαιρετική ἀναγραφή τοῦ θρησκεύματος. Ὁ νόμος αὐτός παρέμεινεν ἀνενεργός, ἕως τό 1991, ὅταν ἡ τότε νέα κυβέρνηση τοῦ κ. Κ. Μητσοτάκη ἐψήφισε τόν ν. 1988/91, μέ τόν ὁποῖον προβλεπόταν ὑποχρεωτική ἡ ἀναγραφή τοῦ θρησκεύματος. Τό 1993 ἡ ἴδια κυβέρνηση ἐπεχείρησε, διά τροπολογίας στή Βουλή, νά καθιερώσει πάλι προαιρετικό τό θρήσκευμα, ἀλλά δέν τά κατάφερε, ἐπειδή ἀντέδρασαν μέ ὀξύτητα ἡ τότε ἀντιπολίτευση, καί δή τά σημερινά κορυφαῖα κυβερνητικά στελέχη, πολλοί βουλευτές τῆς συμπολίτευσης καθώς καί ἡ Ἐκκλησία. Ὅλοι οἱ ἀντιδράσαντες τότε ἦσαν ὑπέρ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος στίς ταυτότητες. Καί εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα ἡ ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τόσο τῶν συνεδριῶν τοῦ ἔτους1986, ὅσο καί τῶν ἐτῶν 1991 καί 1993. Ἐκεῖ διαβάζει κανείς ἀγορεύσεις σημερινῶν στελεχῶν τῆς Κυβέρνησης νά ὑπερασπίζονται τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας καί τήν ἀνάγκη νά διατηρήσει ὁ λαός μας τήν πνευματική του ἰδιοπροσωπία. Πόσον ἄλλαξαν ἔκτοτε τά πράγματα δι’ ὡρισμένους……

Τό 1997, ἐν ὄψει προσχωρήσεως τῆς χώρας μας στή Συνθήκη Σένγκεν, ψηφίσθηκε ὁ ν. 2472/97 γιά τήν προστασία τοῦ πολίτη ἀπό τήν ἐπεξεργασία προσωπικῶν δεδομένων. Ὁ νόμος αὐτός, ὅπως ἐδήλωσαν πρόσφατα ὁ κ. Εὐ. Γιαννόπουλος, τότε Ὑπουργός Δικαιοσύνης καί εἰσηγητής του στή Βουλή, καί ἡ κα Ψαρούδα -Μπενάκη τότε κοινοβουλευτική ἐκπρόσωπος καί εἰσηγήτρια τῆς μειοψηφίας ἐπί τοῦ νομοσχεδίου, οὐδέποτε ἀνεφέρθη ὅτι ὁ νόμος αὐτός θά εἶχε ἐφαρμογή στίς ταυτότητες, γιά τίς ὁποῖες ὑπῆρχε κι ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει ἄλλος εἰδικός νόμος. Ὁ νόμος αὐτός εἶναι ὁ 1988/91 πού, ὅπως προανέφερα, προβλέπει τήν ὑποχρεωτική ἀναγραφή τοῦ θρησκεύματος. Ἡ κυβέρνηση τόν παρέκαμψε καί μέ νομικά τεχνάσματα, πού τῆς παρέσχε ἡ Ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς Δαφέρμου, στηρίχθηκε στόν νεώτερο νόμο τοῦ 1997, πού ὅμως δέν σχετίζεται μέ τίς ταυτότητες. Ὁ νόμος αὐτός κατατάσσει μεταξύ τῶν προσωπικῶν στοιχείων, πού παραμένουν ἀπόρρητα, καί τό θρήσκευμα. Ὡστόσο, ὁ νόμος προβλέπει τή δημοσιοποίηση τοῦ θρησκεύματος, καίτοι προσωπικοῦ κατ’ αὐτόν δεδομένου, ὅταν εἰς τοῦτο συναινεῖ τό ὑποκείμενο, δηλ. ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος.

Τήν ὡς ἄνω ἀπόφασή του ὁ Πρωθυπουργός ἔλαβε παραβιάζοντας τήν συμφωνία πού εἴχαμε συνάψει Ἐκκλησία καί Πολιτεία κατά τήν πρώτη ἐθιμοτυπική ἐπίσκεψη τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθν. Παιδείας καί Θρησκευμάτων κ. Π. Εὐθυμίου στό Γραφεῖο μας τήν 17.5.2000. Ἡ συμφωνία προέβλεπε νά ὑπάρξει, πρό πάσης ἀποφάσεως γιά τίς ταυτότητες, συνεργασία μεταξύ μας, ὥστε νά μᾶς δοθῆ ἡ δυνατότης νά ἐκθέσουμε τίς ἀπόψεις μας. Τά ἴδια ἐγγράφως μᾶς εἶχεν διαβεβαιώσει προηγουμένως, σέ ἀπάντηση σχετικοῦ ἐρωτήματος τῆς Ἱ. Συνόδου, καί ἡ κα Βάσω Παπανδρέου, Ὑπουργός Ἐσωτερικῶν καί Δημοσίας Διοικήσεως, ἡ ὁποία μάλιστα, γράφουσα τότε περί τῶν ταυτοτήτων (μέ ἡμερομηνία 11.5.99), οὐδεμία μνεία ἔκανε τοῦ ν. 2472/97. Πρό τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ἐξ ἄλλου, καμμία ἐπίσημη δήλωση περί ταυτοτήτων δέν ἔγινε ἀπό κανένα κόμμα, οὔτε ἀπό τό ΠΑΣΟΚ, οὔτε ἀπό τή Ν. Δημοκρατία, οὔτε καί γενικότερα γιά τό θέμα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας -Πολιτείας κατά τήν ὑπό τῆς Βουλῆς ὁριστικοποίηση τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τά φαινόμενα ἔδειχναν ὅτι καί τά δύο μεγάλα κόμματα, ἔχοντα στή συντριπτική τους πλειοψηφία ὀπαδούς ὀρθόδοξους χριστιανούς, ἔτρεφαν καλά αἰσθήματα γιά τήνἘκκλησία. Ἐπίσης, ὑπῆρχε ἡ βεβαιότης ὅτι μέ πνεῦμα συνεργασίας καί ἀγάπης καί μέ σεβασμό πρός τούς διακριτούς ρόλους τῶν δύο κορυφαίων θεσμῶν του Ἔθνους θά ἀντιμετωπίζαμε τή δύσκολη πορεία μας στόν 21ο αἰῶνα.

Τό θέμα τῆς διαγραφῆς τοῦ θρησκεύματος ἀπό τίς ταυτότητες, μαζί μέ τήν ἀνάγκη λήψεως σειρᾶς νομοθετικῶν μέτρων ἀλλοίωσης τοῦ παραδοσιακοῦ καθεστῶτος στίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Κράτους, τό ἔθεσε μέ “ἔντεχνο” τρόπο γιά πρώτη φορά μετά τίς ἐκλογές ὁ νέος ἐξωκοινοβουλευτικός Ὑπουργός Δικαιοσύνης, στίς 9 Μαΐου 2000, μέ συνέντευξή του σέ ἀπογευματινή ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν. Ἀμέσως μετά τίς πρῶτες εὔλογες ἀντιδράσεις μας, ὄχι τόσο γιά τόν χωρισμό ὅσο γιά τήν θρησκευτική μας ἀλλοτρίωση, ὁ κυβερνητικός ἐκπρόσωπος κ. Δ. Ρέππας, ἀπαντώντας σέ ἐρώτημα πού τοῦ ἔθεσε δημοσιογράφος στήν καθημερινή ἐπικοινωνία του στό Ὑπουργεῖο Τύπου, ἐδήλωσε ὅτι οἱ σχετικές ἀπόψεις τοῦ κ. Σταθοπούλου ἦσταν “προσωπικές του ἀπόψεις” καί δέν ἐξέφραζαν τήν κυβερνητική γραμμή. Ἡ δήλωση αὐτή ἱκανοποίησε τήν ΔΙΣ. Ὅμως διαφορετική ὑπῆρξεν ἡ ἐξέλιξη. Ὁ Ὑπουργός Δικαιοσύνης ἐπέμεινε στήν ἄποψή του, ἡ ὁποία μάλιστα μέ τήν παρέμβαση τοῦ κ. Δαφέρμου, Προέδρου τῆς Ἀρχῆς Προστασίας Δεδομένων Προσωπικοῦ Χαρακτῆρα ἔλαβε τόν μανδύα τῆς νομιμοφάνειας μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ν. 2472/97, κάτι πού γιά πολλούς ἐκ τῶν βουλευτῶν ἦταν ἐφεύρημα γιά τήν ἐκ τῶν ὑστέρων κάλυψη τῆς ἐνέργειας τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, πού ἔπαιρνε πλέον καί κυβερνητική κάλυψη. Ὁ ν. 2472/97 ἐπαναλαμβάνω οὐδέποτε εἶχε συζητηθῆ ὅτι ἀφορᾶ καί στίς ταυτότητες, ἐν πάσῃ δέ περιπτώσει ὑπάρχει σέ ἰσχύ ὁ παλαιότερος μέν ἀλλά εἰδικός νόμος 1988/91, πού προβλέπει ὑποχρεωτική τήν ἀναγραφή τοῦ θρησκεύματος. Ὁ κ. κυβερνητικός ἐκπρόσωπος πρό τῆς ἐπιμονῆς Σταθοπούλου ἀναγκάσθηκε γνωσιμαχῶν νά τόν καλύψει, ἀποδεχθείς ὅτι οἱ ἀπόψεις Σταθοπούλου ἔχουν τήν ἔγκριση τῆς Κυβέρνησης.

Ἐδῶ θά πρέπει νά λεχθῆ σέ ἀπάντηση ἐκείνων πού ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀπ’ ἀρχῆς ἔλαβε αὐστηρή καί ἀδιαπραγμάτευτη θέση στό ζήτημα αὐτό, ὅτι ἀντιθέτως μετά ἀπό κάποιες ἐπιστημονικές γνῶμες πού ἠκούσθησαν ἐναντίον τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀναγραφῆς, ὡς παραβιαζούσης τή θρησκευτική ἐλευθερία,δέν δίστασε νά τροποποιήσει τήν πάγια θέση της ὑπέρ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀναγραφῆς καί νά δηλώσει ὅτι τάσσεται ὑπέρ τῆς προαιρετικῆς ὡς πλέον δημοκρατικῆς καί φιλελεύθερης, ἀπολύτως δέ συμβατῆς μέ τό Σύνταγμα καί τίς διεθνεῖς συμβάσεις περί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῶν θρησκευτικῶν ἐλευθεριῶν, κάτι πού εἶχεν ἀποδεχθῆ τό 1993 καί ἡ ὑπό τόν ἀείμνηστο καθηγητή Ἀριστόβουλο Μάνεση Ἐπιστημονική Ἐπιτροπή τῆς Βουλῆς.

Ὡστόσον ἡ κυβέρνηση, παραβιάζουσα τή συμφωνία μας καί χωρίς προειδοποίηση, ἔσπευσε καί κατά τήν ἀπουσία μας στή Ρουμανία προχώρησε στήν ἐξαγγελία τῆς ἀπόφασής της, χωρίς νά προηγηθῆ κανένας διάλογος μαζί μας καί χωρίς ἔκτοτε νά στέρξει σέ διάλογο γιά τό θέμα αὐτό, παρά τίς ἐπανειλημμένες καί ἐπίμονες ὀχλήσεις μας. Ὁ κ. Πρωθυπουργός ἀνέλαβε τήν εὐθύνη τῆς ἐπιλογῆς του, περιφρονήσας τήν Ἐκκλησία. Τό ὅλο, θέμα προσελάμβανε εὐρύτερο ἐνδιαφέρον ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἀφαίρεση τοῦ θρησκεύματος συνδυαζόταν, ὡς προελέχθη, μέ τήν λήψη σειρᾶς ἄλλων μέτρων, μέ τά ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργός Δικαιοσύνης προανήγγελε τόν βίαιο θρησκευτικό ἀποχρωματισμό τῆς Παιδείας τοῦ κράτους, πράγμα πού σαφέσταστα ὑποδηλώνει τήν κρυφή ἀπώτερη ἐπιδίωξη τῆς ἀποθρησκειοποίησης καί τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ (Βλ. Ἰ. Μαρίνου στό “Βῆμα” 6.8.00, καί ἀναίρεσιν ὅλων τῶν προστάσεων Σταθοπούλου στή Διαμαρτυρία Ἑλλήνων Χριστιανῶν Ἐπιστημόνων στίς “Ἀκτίνες”, Ἰούλιον 2000).

Πρός ἀντιμετώπιση τῆς καταστάσεως, μέ ἀπόφαση τῆς ΔΙΣ (26.5.00), συνεκαλέσαμεν ἐκτάκτως τήν ΙΣΙ (6.6.00) , μέ μοναδικό θέμα τίς ταυτότητες καί κατά τήν διαρκεια τῆς συνεδρίας ἐζητήσαμεν, διά λόγους πού ἐνθυμεῖσθε ἀσφαλῶς, ἀπό τόν κ. Πρωθυπουργό ἀκρόαση, τήν ὁποία, κατά τρόπον ἥκιστα τιμητικόν γιά τήνἹεραρχία, δέν μᾶς παρεχώρησε καί μᾶς παρέπεμψε στόν Ὑπουργό Παιδείας γιά νά συζητήσουμε ὅλα τά ἄλλα ἐκκρεμῆ ζητήματα, ἐκτός τοῦ τῶν ταυτοτήτων (Βλ. μεταγενέστερες δηλώσεις, τοῦ κ. Π. Εὐθυμίου στό “Βῆμα” 27.7.00). Ἡ ΙΣΙ, κατόπιν τῆς ἀκάρπου αὐτῆς προσπαθείας της γιά συνεννόηση μέ τήν κυβέρνηση, μέ πλήρη σχεδόν ὁμοφωνία ἔλαβε τίς ἀποφάσεις της, ἀφοῦ ἠκούσθησαν ἐλευθέρως καί ἀβιάστως, οἱ ἀπόψεις ὅλων καί ἐμελετήθησαν τά ὑπό τῶν ὁρισθέντων εἰσηγητῶν προταθέντα μέτρα.

Ἀκολούθησαν οἱ δύο Λαοσυνάξεις, στή Θεσσαλονίκη (14.5.00) καί στήν Ἀθήνα (21.5.00), στίς ὁποῖες εἶχα τήν τιμή νά ὁμιλήσω, ἄν καί ἀνεζήτησα μέ ἐπιμονή ἄλλους ὁμιλητάς, μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἱεραρχίας, ὥστε ἐγώ νά περιορισθῶ σέ ἕναν ἁπλό χαιρετισμό. Ἐπικαλοῦμαι τή μαρτυρία καί ἐκείνων πού ἠρνήθησαν καί ἐκείνων πού ἐπέμεναν ὅτι θά ἔπρεπε μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νά εἶναι ὁ ὁμιλητής. Εἶναι κοινῶς παραδεκτό πλέον ὅτι ἦσαν οἱ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις λαοῦ πού ἔγιναν ποτέ στήν Πατρίδα μας. Καί δέν ἦταν μόνο ὁ ὄγκος τῶν πιστῶν πού προσῆλθαν. Ἦταν κυρίως τό ἦθος, ἡ ποιότητα καί ἡ ἀποφασιστικότητά των. Ὁ πιστός λαός μας προσῆλθεν αὐθόρμητα σάν νά πήγαινε σέ μιά θρησκετυική ἐκδήλωση. Καί ἦταν πράγματι οἱ Λαοσυνάξεις αὐτές ἐκδηλώσεις πίστεως, πού ἀπέρρεε ἀπό τήν ἐνδόμυχη πεποίθησή μας ὅτι ὁ Θεός ἦταν μαζί μας καί μᾶς ἐνεθάρρυνε στόν ἀγῶνα μας ὑπέρ τῆς εὐσεβείας καί μᾶς χορηγοῦσε τή δύναμη νά ὁμολογοῦμε Χριστόν “ἐνώπιον ἐθνῶν καί βασιλέων”. Εἴχαμε, ὅσοι πήραμε μέρος στίς ἐκδηλώσεις, αὐτές τήν αἴσθηση ὄχι ὅτι προστατεύουμε τήν Ἐκκλησία, πού δέν ἔχει ἄλλωστε τήν ἀνάγκην μας, ἀλλ’ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι παρών καί σκέπει καί στηρίζει τήν Ἐκκλησία Του καί τά παιδιά Του.

Ἀντιγράφω πολιτικό σχολιασμό ἀπό τήν “Καθημερινή” (10.8.00) “Ἀφέλεια καί ὑπεροψία τῶν νεωτερικῶν τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Κ. Σημίτη ἀνέδειξαν τήν Ἐκκλησία στόν μόνο σημαντικό πόλο συσπειρώσεως ὅλων ἐκείνων τῶν πολιτῶν πού ἀντιδροῦν σέ ἐπιλογές, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν στή χαλάρωση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, στήν οἰκονομική δυσπραγία μεγάλων κοινωνικῶν ὁμάδων, στήν οὐδετεροποίηση τῆς φυσιογνωμίας τοῦ ἔθνους” (Κ. Ἰορδανίδης). Ναί, ἦλθαν ὅλοι πανοικί καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἀπέδειξαν καί τήν ἀταλάντευτη πίστη καί ἐλπίδα των στόν Κύριό μας καί στούς Ποιμένες των. Ἰδιαιτέρως ἐπιθυμῶ καί ὀφείλω νά ἀναφερθῶ στίς χιλιάδες τῶν νέων ἀνθρώπων, πού σέ πεῖσμα τῆς ἀντιεκκλησιαστικῆς προπαγάνδας, ἀπέδειξαν τήν ἀγάπη καί τήν ἐμπιστοσύνη τους πρός τήν Ἐκκλησία μας. Ἐπίσης γιά τήν ἄψογη ἀπό πάσης ἀπόψεως διοργάνωση τῶν δύο Λαοσυνάξεων ὀφείλω, ἐπίσης, νά ἀναφερθῶ μετ’ ἐπαίνου στούς δύο κύριους διοργανωτάς τούς Σεβασμιωτάτους Ἀλεξανδρουπόλεως κ. Ἄνθιμο γιά τή Θεσσαλονίκη καί Καισαριανῆς κ. Δανιήλ γιά τήν Ἀθήνα, ἀλλά καί στούς συνεργάτες τους Μητροπολίτες, ἄλλους κληρικούς καί λαϊκούς ἀπετόλμησαν καί ἐπέτυχαν τό θαῦμα τῆς μεσα σέ λίγες μόνον ἡμέρες ἄψογης διοργάνωσης τέτοιων ὀγκωδῶν Λαοσυνάξεων πού τίς ἐθαύμασαν ἀκόμη καί οἱ ὁρκισμένοι ἀντίπαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ αὐθόρμητη καί μεγάλη ὑποστήριξη πού εἴχαμε ἀπό τόν εὐσεβῆ ἑλληνικό λαό, πού ἀποδείχθηκε ὄχι μόνο ἀπό τίς Λαοσυνάξεις, ἀλλά καί ἀπό τίς δημοσκοπήσεις πού ἔγιναν ἀπό ἄσχετους μέ τήν Ἐκκλησία φορεῖς, δέν εἶχαν τό προσδοκώμενο ἀποτέλεσμα. Ἡ κυβέρνηση ἐπιμένουσα νά ἀγνοεῖ τό 87% τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πού τοποθετήθηκε εἴτε ὑπέρ τῆς ὑποχρεωτικῆς εἴτε ὑπέρ τῆς προαιρετικῆς ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος στίς ταυτότητες, ἐξηκολούθησε νά ἐμμένει μέ αὐταρχικό πεῖσμα, θά ἔλεγε κανείς, στήν ἀπόφασή της καί νά προχωρεῖ σταδιακά στήν ὑλοποίησή της, παρακάμπτουσα τή Βουλή καί παραβιάζουσα τόν ἰσχύοντα νόμο. Στόν ἀρχικό αἰφνιδιασμό καί ἐμπαιγμό τῆς Ἐκκλησίας προσετέθη καί ἡ ἀλαζονική συμπεριφορά, πού ἐπέσυρε τά ἐπικριτικά σχόλια κορυφαίων παραδοσιακῶν στελεχῶν τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, καί ὄχι μόνον αὐτῶν. Ἀλλά καί ὁ τύπος ἐχαρακτήρισε τή συμπεριφορφά “αὐταρχική, ἀδέξια καί ἀγενῆ” (Βλ. “Καθημερινή” 4.8.00, “Ποντίκι” 27.7.00 ). Ὑπῆρξαν πολλές ψύχραιμες φωνές πού μᾶς ἐκάλεσαν ὅλους νά ἀναζητήσουμε διέξοδο διά τοῦ διαλόγου (Βλ. ἀντιπροσωπευτικό ἄρθρο τοῦ κ. Ε. Κρουσταλλάκη, Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀ.Π. στό “Βῆμα” 26.6.00). Τά ἐπράξαμε πρόθυμα καί κατ’ ἐπανάληψιν, χωρίς τήν ἀναμενόμενη ἀνταπόκριση ἀπό τήν ἄλλην πλευρά.

Παρά τίς ἐπανειλημμένες παρασκηνιακές κρούσεις μας πρός τήν Κυβέρνηση γιά τήν ἐξεύρεση μιᾶς κοινῶς ἀποδεκτῆς λύσεως στό πρόβλημα, συναντήσαμεν ἀλαζονική ἐμμονή μέ πεῖσμα στίς ἀρχικές τοποθετήσεις της, ἀλλά καί προκλητική προώθηση τῶν διαδικασιῶν ἐφαρμογῆς των, ὅπως π.χ. ἡ κοινή ἀπόφαση τῶν Ὑπουργῶν Δημ. Τάξεως καί Οἰκονομικῶν γιά τήν ἔκδοση νέων ταυτοτήτων σέ ἀντικατάσταση, ἕνεκα ἀπωλείας, τῶν παλαιῶν. Ἀναγκασθήκαμε τότε νά δηλώσουμε κι ἐμεῖς τήν ἀνυποχώρητη θέση μας στή διεκδίκηση τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ θρησκεύματος προαιρετικά στίς ταυτότητες. Χαρακτηριστικό εἶναι τό Συνοδικόν Ἀνακοινωθέν τῆς 17.7.00, εὐθύς μετά τήν ἀναγγελία τῆς ἔκδοσης τῶν Ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, στό ὁποῖο “Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δηλώνει πρός τόν Πρωθυπουργό τῆς χώρας κ. Κ. Σημίτη ὅτι θά παραμείνει σταθερή στήν πρότασή της νά ἐρωτηθῆ μέ δημοψήφισμα ὁ ἑλληνικός λαός γιά τήν προαιρετική ἀναγραφή τοῦ θρησκεύματος στά Δελτία ταυτοτήτων. Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὅτι στή δημοκρατική Πολιτεία ὁ διάλογος καί ἡ θέληση τοῦ λαοῦ ὑπερέχουν τῶν αὐταρχικῶν ἀποφάσεων”.

Καί στό σημεῖο αὐτό ἐπιθυμῶ νά τονίσω ὅτι τήν εὐθύνη γιά τή χάραξη κάθε φορά τῆς στάσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως σέ περιόδους ἀγώνων, τήν ἔχει ἡ Ἱ. Σύνοδος καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, καί ὅτι τίς ἀποφάσεις αὐτές ἀναιροῦν ἐνίοτε δηλώσεις ἤ ἐνέργειες πού γίνονται ἀσφαλῶς ἀπό ἀγαθόν συνειδός, χωρίς ὅμως νά λαμβάνουν ὑπόψη των τίς πλήρεις συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες τελοῦν οἱ ἐξελίξεις ἑνός θέματος. Τό πρόβλημα τοῦτο ἀντιμετωπίσαμεν δυστυχῶς πολλάκις, ἐπειδή στά τηλεοπτικά δελτία ἐνεφανίζοντο καί μή ἐξουσιοδοτημένα πρόσωπα, τά ὁποῖα κατέθεταν προσωπικές ἀπόψεις, ἐνίοτε ἐμπρηστικές, ὅταν τήν ἴδια στιγμή κατεβάλλοντο προσπάθειες δημιουργίας ἑνός ἠπίου κλίματος γιά τήν προόωθηση τοῦ αἰτήματος τοῦ διαλόγου. Δέν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ τακτική, τήν ὁποία ἀκολούθησε ἡ κυβέρνηση ἔναντί μας ὑπῆρξεν ἐξοργιστική καί ἄδικη. Ὡστόσον, ἄν ὅλοι ζητοῦσαν τή γνώμη τῶν χειριζομένων ὑπεύθυνα τά θέματα θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἐνημερωθῆ, προκειμένου νά ἀποφύγουν κινήσεις καί δηλώσεις πού μᾶλλον βλάπτουν.

Σέ ἀπάντηση τῆς αὐταρχικῆς αὐτῆς ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας συμμπεριφορᾶς, καί ἔχοντας ὑπόψη μας τήν ἀπόφαση τῆς ἐκτάκτου ΙΣΙ, προωθήσαμε, μέσῳ τῆς τριμελοῦς ἐξ Ἀρχιερέων, τῶν Σεβ. Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Δημητριάδος κ. Ἰγνατίου καί Καισαριανῆς κ. Δανιήλ, Ἐπιτροπῆς τίς διαδικασίες γιά τήν συλλογήν ὑπογραφῶν. Ὡς θά ἐνθυμεῖσθε ἀρχικά ἡ ἀπόφαση τῆς ΙΣΙ ἦταν νά συλλεγοῦν ὑπογραφές μέ τό αἴτημα τῆς προαιρετικῆς ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος (Βλ. Ἀνακοινωθέν τῆς ΔΙΣ τῆς 28.6.00, καί τῆς ΙΣΙ τῆς 6.6.00), ἀργότερα ἡ πρόταση διεμορφώθη ἐπί τό ἠπιότερον, προτάσει τῆς ὡς εἴρηται Ἐπιτροπῆς καί ἐγκρίσει τῆς ΔΙΣ (30.8.00), ὡς αἴτημα ὑπέρ τῆς διενεργείας συνταγματικοῦ Δημοψηφίσματος προκειμένου νά ἀποφανθῆ ὁ ἑλληνικός λαός περί τῆς ἀναγραφῆς (προαιρετικῆς ἤ ὑποχρεωτικῆς ) ἤ τῆς μή ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος στίς ταυτότητες. Ἡ τελευταία αὐτή βελτιωμένη τροποποίηση τῆς ἀρχικῆς ἀποφάσεως εἶναι ἐπίσης ἐνδεικτική τῆς διαθέσεως τῆς Ἐκκλησίας νά μήν ὀξύνει τά πνεύματα καί νά μή προκαλέσει προβλήματα στό λαό. Τό Δημοψήφισμα θεωροῦμεν ὅτι ἀποτελεῖ κορυφαία ἐκδήλωση τῆς Δημοκρατίας, ἐπειδή ἄμεσα ὁ λαός ἀποφαίνεται γιά σοβαρά ἐθνικά θέματα. Κατά τήν ἀκολουθοῦσαν εἰδική εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Ναυπάκτου κ.Ἱεροθέου θά ἀκουσθοῦν τά δέοντα, ἀσφαλῶς, καί ὡς πρός τήν ἀπόλυτη νομιμότητα τοῦ αἰτήματος γιά Δημοψήφισμα καί ὡς πρός τίς ἄλλες διαδικαστικές λεπτομέρειες τῆς συλλογῆς τῶν ὑπογραφῶν, ἡ ὁποία βέβαια διεξάγεται ἤδη καί παρά τά ἐξωεκκλησιαστικά προσκόμματα προχωρεῖ ἐπιτυχῶς. Αὐτό ἀπέδειξε προκαταβολικά καί μία πρόχειρη καί ἁπλῆ δημοσκόπηση τῆς ἐφημερίδας “Τό Βῆμα” (4.8.00), ὅπου στό ἐρώτημα “Θά συμμετάσχετε στό δημοψήφισμα γιά τίς ταυτότητες; ” ἀπάντησαν καταφατικά στούς 6 ἐρωτηθέντες, οἱ 5. Πέραν αὐτοῦ, ὅμως, ἡ ἀποκαλυπτική δημοσκόπηση, πού ἐδημοσιεύθη στίς ἐφημερίδες τῆς 16.9.00, διεξαχθεῖσα ἀπό τήν ἑταιρεία P-PRVC ἀνέβασε στό 77, 4% τό ποσοστό τῶν Ἑλλήνων πού ἐπιθυμεῖ νά ἀναγράφεται τό θρήσκευμά των στίς ταυτότητες, ἐπειδή πιστεύουν ὅτι τό στοιχεῖο αὐτό εἶναι ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς αὐτοσυνειδησίας των, ἐνῶ πάνω ἀπό τούς μισούς Ἕλληνες θά ὑπογράψουν τά Δελτία τῆς Ἱ. Συνόδου. Ἐξ ἄλλου, καθόλο τό διάστημα τοῦ καλοκαιριοῦ ἐφροντίζαμε νά ἀποστέλλωμε σαφῆ μηνύματα πρός κάθε κατεύθυνση ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἐμμένει σταθερά καί μέ συνέπεια στίς ληφθεῖσες ἀποφάσεις.

Τέλος πρέπει νά ἀναφέρω καί τίς κατατεθεῖσες ὑπό 4 καθηγητῶν τῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τοῦ Αἰδεσιμολ. Πρωτ. π. Γ. Μεταλληνοῦ καί τῶν κ.κ. Χρ. Βούλγαρη, Κων. Σκουτέρη καί Σπ. Κοντογιάννη προσφυγές πρός τό Σ.τ.Ε. ἐναντίον ἀφ’ ἑνός μέν τῆς Ἀποφάσεως Δαφέρμου, ἀφ’ ἑτέρου δέ τῆς Ὑπουργικῆς Ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Δημ. Τάξεως καί τοῦ Ὑφυπουργοῦ Οἰκονομικῶν περί τῆς ἐκδόσεως τῶν νέων ταυτοτήτων, ἡ συζήτηση τῶν ὁποίων ἔχει προσδιορισθῆ γιά τήν 1.12.00. Ἐκτός αὐτῶν προσέφυγαν καἰ ἄλλοι μέ διαφορετικήν ἕκαστος ἐπιχειρηματολογίαν. Ἡ Ἐκκλη-σία δέν προσέφυγε καί οὔτε προτίθεται νά προσφύγη σεβομένη τόν θεσμόν. Ἡ Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀμετάπειστη στίς διοικητικές της ἀποφάσεις, ζητεῖ ἀπό τήν Βουλήν τή νομοθετική ρύθμιση τοῦ θέματος προτοῦ ὁλοκληρωθῆ ἡ διαδικα-σία τῆς συλλογῆς ὑπογραφῶν.

Ὡστόσο, πρέπει νά ὑπογραμμίσω ὅτι ἡ ἄποψη ὡρισμένων κυβερνητικῶν κύκλων εἶναι νά παύσει ἡ Ἐκκλησία νά ἀγωνίζεται γιά τίς ταυτότητες, καί τότε νά προσέλθει γιά διάλογο ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Τοῦτο, ὅμως, σημαίνει τήν κατά κράτος ὑποχώρηση τῆς Ἐκκλησίας καί τόν πλήρη διασυρμό καί ἐξευτελισμό της. Ἐμεῖς, ἀντιθέτως, ἐφροντίσαμε νά διαχωρίσουμε τά δύο ζητήματα. Διά μέν τίς ταυτότητες ἐμμένομε στίς ἀποφάσεις μας, ἐπιδιώκοντες νά μεταπείσουμε τήν κυβέρνηση, μέ τήν προοπτική τῆς “ἄλλης λογικῆς” πού κατέχουμε ὡς ἄνδρες τοῦ πνεύματος τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι μέ τή λογική τῆς ματαιότητος, τά δέ ἄλλα ζητήματα μποροῦμε νά τά συζητήσουμε, ὅποτε τοῦτο γίνει ἐφικτό. Δέν ἀποκόπτουμε τίς γέφυρες ἐπικοινωνίας μέ τήν Πολιτεία, -οὐδέποτε κάτι τέτοιο ἦταν στίς προθέσεις μας- χωρίς ὅμως καί νά ἀφιστάμεθα τῶν ἀρχῶν μας. Πιστεύουμε ἀκράδαντα ὅτι κατά τή διαμόρφωση ἑκάστοτε τῆς πιό ὀρθῆς ἀποφάσεως συμβάλλει ἀποφασιστικά ὁ δημοκρατικός διάλογος. Στίς σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες αὐτό εἶναι ὄχι μόνο ἀπαιτητό, ἀλλά κυρίως εἶναι χρήσιμο. Περί αὐτῶν ὅμως θά ἐπανέλθουμε κατωτέρω.

Β´. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Ἡ εἰσκομισθεῖσα μέ τήν εὐκαιρία τῆς διενέξεως αὐτῆς μέ τήν Κυβέρνηση πεῖρα στόν πνευματικό μας κορβανάν εἶναι καί πλούσια καί διδακτική καί πολύτιμη. Οἱ κρίσεις διαθέτουν καί μιά ἐποικοδομητική γονιμότητα, ἀπό τήν ὁποίαν ἀπορρέουν χρήσιμα στοιχεῖα καί γιά μᾶς καί γιά τήν ἐξουσία τοῦ κράτους. Τά στοιχεῖα αὐτά, ἄν ἀναλυθοῦν σωστά ὁδηγοῦν σέ σαφῆ καί σταθερά συμπεράσματα, πού δέν πρέπει νά τά ἀφήσουμε νά ξεχασθοῦν, οὔτε νά παραμείνουν ἀναξιοποίητα. Ἀντιθέτως, ἄν θά μᾶς προσφέρουν δυνατότητες προβληματισμοῦ, θά ἀποβοῦν εὐεργετικά. Θά λειτουργήσουν ὡς προειδοποιητικά σήμαντρα καί θά προλειάνουν τό ἔδαφος γιά τή λήψη τῶν καταλλήλων μέτρων αὐτοπροστασίας μας. Μέ αὐτό τό πνεῦμα θά προσπαθήσω στή συνέχεια νά ἀναφερθῶ σέ ὡρισμένες διαπιστώσεις, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν καταληπτή ἀνάλυση τῶν γεγονότων.

1- Τό ἀληθινό ἦθος τῆς διαφωνίας μας μέ τήν κυβέρνηση.

Ἐδόθη, προφανῶς ἀπό λάθος ἤ ἀπό σκοπιμότητα, ἡ ἐντύ-πωση ὅτι πρόκειται γιά μία σύγκρουση σέ ἐπίπεδο κοσμικῶν ἐξου-σιῶν. Ἔτσι τουλάχιστον εἶδε τό πρόβλημα ἡ κυβέρνηση, γι’ αὐτό καί παραμένει ἀμετακίνητη στή θέση της καί οὔτε ἀνοίγει διάλογο μαζί μας, οὔτε καί ὑποχωρεῖ. Τό ἴδιο ἔπαθαν καί κάποιοι δόκιμοι δημοσιογράφοι πού ἑρμήνευσαν τή στάση μας ὡς διεκδίκηση πολιτικῆς ἐξουσίας, μή δυνάμενοι νά ἀναχθοῦν στή σφαῖρα τῆς πνευματικότητος καί νά κρίνουν τά πράγματα μέ τά ὀρθόδοξα κριτήρια. Φοβοῦμαι ὅτι στό ἴδιο ἁμάρτημα περιέπεσαν καί τινες ἡμέτεροι, πού ἔσπευσαν νά θεολογήσουν κατά τῆς Ἱεραρχίας, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι παραβίαζαν ἀνοικτές πύλες. Ἡ βάση αὐτή εἶναι σαθρή. Μπορεῖ ἡ κοσμική ἐξουσία νά μάχεται γιά τή διαφύλαξη τοῦ κύρους της καί νά φθάνει στή σύγκρουση μέ ὅποιον τῆς ἀμφισβητεῖ τήν δύναμή της, ποτέ ὅμως ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διολισθαίνει σέ μιά τέτοια λογική, πού ἀναιρεῖ τό θεῖο της προορισμό. Γιά τήν Ἐκκλησία ἰσχύει ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ καί ἡ ἀδυναμία τοῦ Ἐσταυρωμένου. Μέσα, ὅμως, ἀπό τή μωρία αὐτή ἀναδύεται ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ καί μέσα ἀπό τήν φαινομενική ἀδυναμία τοῦ Χριστοῦ, ἀναφαίνεται ἡ δύναμή Του. Μέ αὐτή τή λογική πάλαιψαν καί νίκησαν οἱ μάρτυρες. Καί μέ τήν ἴδια λογική ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τούς διωγμούς, τίς συκοφαντίες, τούς ἐναντίον της πολέμους. Ἡ Ἐκκλησία δέν μάχεται τίς ἐγκόσμιες ἐξουσίες, γιατί δέν ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτές. Ὁ Κύριος ὑπῆρξε σαφής, “ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὔκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου” εἶπε. Οὔτε μπορεῖ ποτέ νά κατέβει στό ἐπίπεδό των. Δέν εἶναι στό ἴδιο ἐπίπεδο μέ τό Κράτος ἡ Ἐκκλησία, γι’ αύτό καί εἶναι λάθος νά νομίζεται ὅτι δρᾶ εἴτε ἀνταγωνιστικά, εἴτε ἀντιπολιτευτικά πρός τό Κράτος. Τό Κράτος ἔχει ἄλλη προέλευση καί ἄλλη ἀποστολή ἀπό ἐκείνη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία χρονικῶς προϋπάρχει τοῦ Κράτους καί ἕπεται αὐτοῦ. Ὁ ρόλος τῶν πολιτικῶν εἶναι ἄλλος ἀπό τό ρόλο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει καί σέβεται τό ρόλο τῶν πολιτικῶν. Οἱ πολιτικοί ἀσκοῦν “τίς ὑπερέχουσες ἐξουσίες”, ὑπέρ τῶν ὁποίων ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται. Οἱ ἐκκλησιαστικοί ἀσκοῦν τήν ἐπίγεια ἀποστολή των κάτω ἀπό τό πρίσμα τῆς αἰωνιότητας. Καί οἱ ἀγῶνες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄλλης φύσεως ἀπό τούς πολιτικούς, ἀκόμη καί ἀπό τούς κοινωνικούς ἀγῶνες. Ἡ Ἐκκλησία παλεύει ἐνίοτε καί μέ τή σιωπή. Χρησιμοποιεῖ τή μάχαιρα τοῦ λόγου της μέ ἀγάπη καί γιά τούς ἐχθρούς της. Δέν μισεῖ κανένα, ἀλλά προσεύχεται γιά ὅλους. Ἡ διωκομένη Ἐκκλησία εἶναι πιό γνήσια Ἐκκλησία ἀπό τήν ἄλλη πού ἀπολαμβάνει τιμές καί δόξες. Καί ὅταν ἀκόμη μάχεται ἡ Ἐκκλησία τό κάνει μέ τή συνείδηση ὅτι “συνεκπολεμεῖ” μαζί της ὁ Κύριός της. Στήν Π. Διαθήκη εἶναι γραμμένο “ἄκουε Ἰσραήλ, ὑμεῖς πορεύεσθε σήμερον εἰς πόλεμον ἐπί τούς ἐχθρούς ὑμῶν. Μή ἐκλυέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μή φοβεῖσθε μηδέ θροεῖσθε, μηδέ ἐκκλίνετε ἀπό προσώπου αὐτῶν. Ὅτι Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν ὁ προπορευόμενος μεθ’ ὑμῶν συνεκπολεμήσει ὑμῖν τούς ἐχθρούς ὑμῶν καί διασώσει ὑμᾶς” (Λευϊτ. κ´, 3) . Καί στούς Ψαλμούς εἶναι γραμμένο “οὗτοι ἐν ἅρμασι καί οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δέ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα” (Ψαλμ. ιθ´, 7) Νά ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι βλέπει τήν ἱστορία καί ἔτσι συμπληρώνει τίς σελίδες της. Δέν ἐνδιαφέρει τήν Ἐκκλησία ἡ ἐγκοσμιότητα ὡς μονιμότητα, μιά καί “τό πολίτευμα (τῶν πιστῶν της) ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει”. Ἡ ρήση αὐτή τονίζει τήν ἐπίγεια καί τήν ἐπουράνια διάσταση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀχώριστες ἀπ’ ἀλλήλων εἶναι οἱ διαστάσεις αὐτές, ἀλληλοπεριχωροῦνται σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις της καί ἐμποτίζουν κάθε πτυχή τῆς ζωῆς της.

Κατά συνέπειαν καί ἡ διαφωνία μας μέ τήν κυβέρνηση δέν εἶναι στό ἐπίπεδο διεκδίκησης τῆς ὅποιας ἐξουσίας, ἁπλούστατα διότι δέν νοεῖται σχέση τῆς Ἐκκλησίας μέ τίς ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ διαφωνία μας κινεῖται σέ ἐπίπεδο ἀρχῶν πνευματικῶν καί παραδοσιακῶν. Δέν μισοῦμε κανένα καί δέν ὑβρίζομε κανένα. Ὅλοι γιά μᾶς εἶναι πνευματικά μας παιδιά καί τούς ἀντιμετωπίζουμε μέ ἀγάπη, ἔστω καί ἄν διαφωνοῦν μαζί μας. Οὔτε ἐπιζητοῦμε κοσμικές δάφνες. Ἀπό αὐτες τίς ἀρχές οἰστρηλατούμενοι προβάλλουμε τόν προφητικό λόγο τῆς Ἐκκλησίας καί διεκδικοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας τήν αὐτομεμψία καί τήν αὐτοταπείνωση. Γιατί μόνο ἔτσι δικαιούμεθα νά ἑλκύσουμε τή Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὅπλο μας εἶναι ἡ προσευχή καί μέ αὐτήν πυρπολοῦμε τόν οὐρανό, ἐνῶ παράλληλα ὁδηγούμεθα καί ὁδηγοῦμε καί τό λαό στή μετάνοια. Δέν διακατεχόμαστε ἀπό ἀγωνία καί ἀνεστιότητα. Ἀντίθετα ἀναγνωρίζουμε πώς Κύριος τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ Χριστός, καί ἔτσι ἔχουμε μέσα στήν καρδιά μας εἰρήνη καί ἐλπίδα. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τή μέθοδο τῆς ἱστορικῆς ὑπέρβασης τῶν δυσκολιῶν καί δρᾶ πάντοτε μέ μιά οἰκουμενικότητα, πού τῆς ἐπιτρέπει νά προηγεῖται τῶν γεγονότων, ἀντί νά ἕπεται αὐτῶν. Βέβαια, ὁ λαός ἴσως θέλει καί ἐπιδιώκει τίς συγκρούσεις, ἀλλά δέν γνωρίζει νά αἵρει καί τίς συνέπειες. Ἐμεῖς ὡς ὑπεύθυνοι ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες πρέπει νά παραμένουμε σταθεροί στήν πορεία μας καί νά μή παρασυρόμαστε ἀπό ἐξάρσεις τῆς στιγμῆς, οὔτε νά παρασύρουμε καί τό λαό μας στά ἀδιέξοδα. Τό ἦθος μας δέν μᾶς ἔχει ἐπιτρέψει νά θεωρήσουμε τούς ἑαυτούς μας συνηγόρους καί “προστάτες “τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. Ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκην νά Τόν φυλάξουμε ἐμεῖς. Ἐκεῖνος προφυλάττει τήν Ἐκκλησίαν Του καί προστατεύει κι ἐμᾶς. Εἶναι παρών καί σημαδεύει τά πράγματα τοῦ κόσμου. Αὐτό τό φρόνημα πρέπει νά μᾶς χαρακτηρίζει, γιατί μόνον ἔτσι μποροῦμε νά στηριχθοῦμε, νά μήν ἀλλοτριωθοῦμε, νά μή παύσουμε νά ἐλπίζουμε καί νά μήν ἀπογοητευθοῦμε.

2- Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας στό θέμα τῶν ταυτοτήτων ὑπῆρξε ἀπό τήν ἀρχή ἠθικά καί θεολογικά ἰσχυρή, αὐτοσυνειδησιακά ὀρθόδοξη, συνταγματικά καί νομικά βάσιμη καί ψυχολογικά ἡ ἐνδεδειγμενη.

Ἡ πίστη εἶναι βέβαια πρώτιστα ἐσωτερικό βίωμα, ὅμως ἔχει καί πρέπει νά ἔχει καί ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις. Οἱ ἐκδηλώσεις αὐτές προσλαμβάνουν συνήθως τή μορφή ὁμολογίας πίστεως καί συνάδουν μέ τόν προφητικό χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας. Στά χρόνια τῶν διωγμῶν ἤ τῆς δουλείας σέ ἀλλόπιστο ἤ ἀλλόδοξο δυνάστη, αὐτή ἡ ὁμολογία φθάνει ἐνίοτε στά ὅρια τοῦ μαρτυρίου. Στούς χρόνους τῆς ἐλευθερίας ἡ ὁμολογία προσλαμβάνει ἄλλες μορφές, ἀπό τήν ἁπλή προσευχή μέχρι τήν ἠχηρή διαμαρτυρία γιά τά τεκταινόμενα. Ἔτσι, ὅταν τραυματίζεται τό “ἱστορικό σῶμα” τοῦ Χριστοῦ καί ὅταν ἐπιχειρεῖται ἀπροκάλυπτος “πολιτιστικός βιασμός” δέν δικαιούμεθα νά παραμένουμε ἀπαθεῖς θεατές, οὔτε μέ τή σιωπή ἤ τήν ἀνοχή μας νά διευκολύνουμε τήν ἐπιχείρηση ἐπιβολῆς, ὑπό τό πρόσχημα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ ἤ τῆς δημοκρατίας, θρησκευτικῶν ἤ πολιτιστικῶν τάχα ἐκσυγχρονισμῶν, ὅταν αὐτοί ἔχουν συνέπειες στήν ὅλη διαχρονική μας παράδοση (Βλ. Ἐγκύκλιον Ἱ. Συνόδου ὑπ’ ἀριθμ. 2698/31.8.00). Τό εἴπαμε ἀπό τήν ἀρχή ὅτι μέ τή διαγραφή τοῦ θρησκεύματος ἀπό τίς ταυτότητες, ἐπιχειρεῖται συστηματικός ἀποχριστιανισμός τοῦ κράτους τῶν Ἑλλήνων μέ κατεύθυνση τήν ἴδια τήν κοινωνία, καί κατ’ ἐπέκταση τό ἔθνος. Ἄλλοι προσθέτουν ὅτι πρόκειται καί γιά ἀφελληνισμό (Βλ. ἄρθρο Χρ. Πασαλάρη στόν “Ἐλεύθερο Τύπο” 18.8.00). Τά ἐπιχειρήματα καί γιά τίς δύο αὐτές τοποθετήσεις εἶναι ἰσχυρά καί ἀπροσμάχητα. Μόνον ἐθελοτυφλοῦντες ἤ στρουθοκαμηλίζοντες δέν τά βλέπουν. Βέβαια, ἡ ἀντιεκκλησιαστική προπαγάνδα ἐπιδιώκει νά παρουσιάσει τήν Ἐκκλησία, δηλαδή τήν Ἱ. Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων, ὡς δῆθεν ἀτυχήσασαν στίς ὡς ἄνω ἐπιλογές της. Καί πρός τοῦτο τήν ἐνισχύουν καί κάποιες ἐκ τῶν ἔνδον τῆς Ἐκκλησίας φωνές, πού ὁμιλοῦν δῆθεν γιά “κρίση ταυτότητας” τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ποP

Related posts