Select your Top Menu from wp menus

Μυστήριον Μέγα και Παράδοξον

8/9/2002

Ομιλία του Αρχιεπισκοπου κατά την παρουσίαση του καταλόγου της εκθέσεως “Μυστήριον Μέγα και Παράδοξον”

Η κατά το Ιωβηλαίον έτος 2000 συμπλήρωση δύο χιλιετιών από της κατά σάρκα γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εσηματοδότησε για όλο τον Χριστιανικό κόσμο σειράν εκδηλώσεων πρός τονισμόν του σωτηριώδους αυτού γεγονότος με την πρωτοβουλίαν των κατά τόπους Χριστιανικών Εκκλησιών και Πολιτειών, που εθεώρησαν την επέτειο αυτή ως μία μοναδική ευκαιρία για να εκδηλώσουν τα αισθήματα της πίστεως και της αφοσιώσεώς των προς τον Ιησούν Χριστόν, καθώς και να παρουσιάσουν τους καρπούς της ευλαβείας των, που εκτείνονται σε όλα τα επίπεδα, θρησκευτικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, εθνικό, παγκόσμιο. Στο πλαίσιο αυτό εκινήθη και η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία μάλιστα και συνεκρότησε Μεγάλη Οργανωτική Επιτροπή, στην οποίαν ανέθεσε το καθήκον να επιλέξει και να προτείνει αρμοδίως τις εκδηλώσεις εκείνες, τόσο σε κεντρικό, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, που θα ήσαν ανάλογες προς την σοβαρότητα της αγομένης επετείου. Επίκεντρο των εορταστικών αυτών εκδηλώσεων του Ιωβηλαίου ετέθη, όπως ήταν φυσικό, το Μυστήριον το «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον», Μυστήριον της Θείας Οικονομίας, όπως αυτό φανερώθηκε στο κόσμο «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», και βεβαίως το πρόσωπον του Σωτήρος Ιησού Χριστού, του Θεανθρώπου Κυρίου, ο Οποίος Θεός ων προσέλαβε δια της ενανθρωπήσεως όλην την ανθρωπίνην φύσιν και μη εκστάς της ιδίας φύσεως, διαμείνας δηλαδή τέλειος Θεός, όλον το ημέτερον προσλαβόμενος φύραμα, δηλαδή την πλήρη ανθρωπότητα έγινεν όμοιος κατά πάντα με ημάς χωρίς αμαρτίας, προκειμένου να οδηγήσει το γένος των ανθρώπων στη σωτηρία. Δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε σε όλες του τις διαχρονικές διαστάσεις το λεγόμενο Χριστολογικό πρόβλημα, με το οποίον ησχολήθησαν τρεις Οικουμενικές Σύνοδοι, όμως είναι ανάγκη να πούμε ότι η ιδιότης του Ιησού Χριστού ως Θεανθρώπου Κυρίου είναι εκείνη που οριοθετεί εφεξής τη σχέση Του με τον άνθρωπο και εξασφαλίζει σ’ αυτόν «αιωνίαν λύτρωσιν».

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Χριστός της Ιστορίας έκαμε νέες οδούς στην οικουμένη και κατέστη για τους πιστούς «το όνομα, το υπέρ παν όνομα» ενώπιον του οποίου μέλλουν, κατά την ογδόην ημέραν της αιωνιότητος, να κάμψουν γόνυ οι δυνάμεις των επουρανίων και των επιγείων και των καταχθονίων και πάσα γλώσσα να παραδεχθή ότι Αυτός είναι ο αιώνιος Βασιλεύς και Κύριος ουρανού και γης. Μέσα από την προοπτική αυτή αναδύεται το όραμα της καινής γης και του καινού ουρανού, που αγκαλιάζει ανανεωτικά όλη την πλάση και φέρει στο προσκήνιο τον αγώνα του ανθρώπου για δικαίωση και καταξίωση, μέσα σ’ ένα κόσμο που δοκιμάζει τις συνέπειες της φθοράς και της αλλοτρίωσης, καθώς οι αντίθετες δυνάμεις του σκότους φαίνεται να διακυβερνούν τον κόσμο και να διεκδικούν για τον εαυτόν τους και για τον Αλάστορα τις ψυχές των ανθρώπων. Η κυριαρχία του σκότους μέσα στο κόσμο δεν μπορεί όμως να οδηγήσει την Εκκλησία των πιστών σε πλήρη αδιαφορία για τα συντελούμενα σ’ αυτόν. Η δυαλιστική ερμηνεία του κόσμου απορρίφθηκε ως επικίνδυνη αίρεση και ξεπεράστηκε δογματικά από την Εκκλησία με τη συνεπή ερμηνεία του δόγματος της Χαλκηδόνας για την ασύγχυτη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ένωση των δύο φύσεων. Από της πλευράς αυτής η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος να προβάλει καθ’ όλην την διάρκειαν των επετειακών εκδηλώσεων δι’ όλου του Ιωβηλαίου έτους, κυρίως το πρόσωπον του Σωτήρος, υπήρξε νομίζομεν ιδιαίτερα επιτυχής και εύστοχη, επειδή έδωσε την δυνατότητα να τονισθούν οι βασικότερες πτυχές του Μυστηρίου της σωτηρίας, σε αναγωγή πάντοτε προς το Θείον πρόσωπο του Λυτρωτού, αλλά και να παρουσιασθούν με μια πολυσύνθετη ποικιλία εκδηλώσεων, θεολογικών, επιστημονικών, καλλιτεχνικών, εικαστικών οι πελώριες διαστάσεις της πνευματικής και πολιτισμικής παρουσίας της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας μας μέσα στα όρια του Ελληνισμού, μιας παρουσίας που εμπνέεται μέχρι σήμερα από τη πίστη και την αγάπη προς το Θεό και τον άνθρωπο.

Χωρίς ίχνος δισταγμού θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι μεταξύ όλων των προγραμματιθεισών από την Εκκλησία μας εκδηλώσεων του Ιωβηλαίου, κορυφαία θέση κατέλαβε η μεγάλη Έκθεση των Ιερών Εικόνων του προσώπου του Θεανθρώπου Κυρίου, η οποία συμπεριέλαβε βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες από όλα σχεδόν τα διαμερίσματα της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και από την Ιερά Μονή του Σινά, της οποίας ο κηρόχυτος Χριστός του 6ου μ.Χ. αιώνος απετέλεσε μοναδικό έκθεμα για πρώτη φορά εξελθόν της Μονής χάριν της Εκθέσεως ταύτης. Και δράττομαι της ευκαιρίας για να ευχαριστήσω και από τη θέση αυτή τον Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Σινά και Ραϊθώ κ. Δαμιανόν και την υπ’ αυτόν Σιναϊτικήν Αδελφότητα για την απόφασιν εκτάκτου και μοναδικής συμμετοχής των στην έκθεση δια δεκάδος Ιερών Εικόνων, με σπουδαιότερη αυτήν του Κυρίου, που κατέλαβε βέβαια την αρμόζουσα κεντρική θέση στην Έκθεση.

Η δυνατότης εικαστικής απεικόνισης του Κυρίου, ως του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος ετέθη από των πρώτων αιώνων ως θεολογικό πρόβλημα που προέκυπτε από την Γραφική βεβαίωση ότι «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε». Οι μεγάλοι όμως Πατέρες της Εκκλησίας εγκαίρως επέλυσαν και το ζήτημα τούτο στο πλαίσιο των Χριστολογικών συζητήσεων και ερίδων των πρώτων αιώνων, δογματίσαντες ότι ο Ιησούς Χριστός, ως Θεός μεν κατα την Θείαν ουσίαν Του είναι απερίγραπτος, αλλά ως Θεάνθρωπος είναι περιγραπτός, κατά τις άκτιστες ενέργειές της Θεότητός Του. Το όλον πρόβλημα έλυσεν οριστικά, μετά την μακρά περίοδο της εικονομαχίας κατά τον 8ον αιώνα, η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, που, ως γνωστόν, επανέφερε αφ’ ενός μεν τη δυνατότητα εικαστικής απεικόνισης του Κυρίου, αφ’ ετέρου δε την τιμητική προσκύνηση των Ιερών Εικόνων, ορίσασα και πάλιν ότι «η τιμή, η αποδιδομένη εις τις Ιερές Εικόνες, επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Και είναι πολύ χαρακτηριστική η διατύπωση της Συνόδου σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ως δείχνει και το μικρό απόσπασμα του Συνοδικού που διαβάζω ευθύς αμέσως: «Των ειδότων της του Χριστού μιας και της αυτής υποστάσεως το εν ουσίαις διάφορον και ταυτής το κτιστόν τε και άκτιστον, το ορατόν και αόρατον, το παθητόν και απαθές, το περίγραπτον και απερίγραπτον και τη μεν θεϊκή ουσία το άκτιστον και τα όμοια προσαρμοζόντων, τη δε ανθρωπίνη φύσει τα τε άλλα και το περιγραπτόν και λόγω και εικονίσμασιν, αιωνία η μνήμη». Εδώ οι Πατέρες αποφαίνονται ότι στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού λόγω της Θεανθρώπινης Αυτού ιδιότητος συναντώνται κάθε φορά δύο αντίθετα και αντιφάσκοντα ιδιώματα ως λ.χ. το κτιστόν και το άκτιστον, το ορατόν και το αόρατον, το παθητόν και το απαθές, το περιγραπτόν και το απερίγραπτον κ.ο.κ. Και βέβαια τα μεν προσιδιάζουν στη Θεία φύση, τα δε στην ανθρώπινη. Κατά συνέπειαν η άρνηση εικαστικής απόδοσης της μορφής του Κυρίου συνεπάγεται άρνηση της ανθρώπινης φύσεώς Του πράγμα που οδηγεί στον Μονοφυσιτισμό, ενώ η Ορθόδοξη αντίληψη είναι η διάκριση μεταξύ Θείας ουσίας, που είναι απροσπέλαστη στην ανθρώπινη διάνοια, και ανθρωπίνης φύσεως, που και περιγραπτή είναι και εικονίσιμη. Γι’ αυτό και το Συνοδικό καταλήγει ότι οι Ορθόδοξοι «ούτω φρονούμεν, ούτε λαλούμεν, ούτε κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών και τους Αυτού Αγίους εν λόγοις τιμώντες, εν συγγραφαίς, εν νοήμασιν, εν θυσίαις, εν ναοίς, εν εικονίσμασιν….».

Με βάση τις δογματικές αυτές τοποθετήσεις ανεπτύχθη ως γνωστόν στην καθ’ ημάς Ανατολήν η τέχνη της αγιογραφίας, και η δια μέσου αυτής απεικόνιση του Θεανθρώπου Κυρίου υπό διάφορες μορφές, ανάλογα με τη Σχολή στην οποίαν ανήκε κάθε φορά ο αγιογράφος. Όμως τόσον οι ζωγράφοι κατά την βυζαντινήν περίοδον, όσον και οι συνεχιστές των κατά την μεταβυζαντινήν, ιδία δια της Κρητικής Σχολής, μας εκληροδότησαν εξεικονίσεις του προσώπου του Κυρίου αφθάστου πνευματικού κάλλους και ωραιότητος, καθώς είναι γνωστόν ότι η Ορθόδοξη τέχνη ενδιαφέρεται να παραστήσει όχι την φυσική, αλλά την πνευματική διάσταση των προσώπων, όπως αυτά έχουν μεταλλαχθή δια της Χάριτος του Θεού σε ένυλες μεν, αλλά πνευματικές υπάρξεις, θεωμένες και αγιασμένες μέσα από την άσκηση και τον πνευματικό αγώνα. Από της απόψεως αυτής, η βυζαντινή τέχνη παράγει μηνύματα ζωής, «της νυν και της μελλούσης», και ανάγει τους πιστούς σε σφαίρες που κυριαρχούνται από την εμπειρία της θεώσεως κατά το θέλημα του Ουρανίου Πατέρα, που ισχύει για όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο για τους Αγίους. Η θεολογική σημασία της εικόνας και ιδίως της εικόνας του Χριστού έγκειται στο γεγονός ότι επιβεβαιώνει τη Σάρκωση του Λόγου, την παρεμβολή του Υιού του Θεού στην Ιστορία. Η απεικόνιση του θεανδρικού χαρακτήρος του Κυρίου επιτυγχάνεται με την τεχνική που χρησιμοποιείται, με την καλλιτεχνική μορφή, με την όλη εν γένει αισθητική διατύπωση. Για τους λόγους αυτούς η εικόνα κατέχει μοναδική θέση στη Θεολογία και στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και εμείς οι Έλληνες πιστοί, έχουμε το προνόμιο να διαθέτουμε στην πνευματική μας φαρέτρα μια πλούσια εικαστική κληρονομιά, εφάμιλλη της οποία δύσκολα μπορεί κανείς να βρει αλλού, είτε σε άλλες θρησκείες, είτε σε άλλους λαούς.

Ενα μικρό δείγμα του πλούτου αυτού μας προσέφερε στις αρχές του 2001 η Έκθεση «Μυστήριον Μέγα και Παράδοξον», την οποίαν η Εκκλησία της Ελλάδος, τη συμπράξει και συνεργία του Υπουργείου Πολιτισμού, και μάλιστα με την θεμουργό συμπαράσταση του ρέκτου Υπουργού Πολιτισμού κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, οργάνωσε και παρέδωσε στην Ιστορία μας με μοναδική ακρίβεια και πιστότητα. Η ανάληψη της πρωτοβουλίας αυτής, μας προσεπόρισε τη χαρά της δημιουργίας, παρά τις αντιξοότητες που παρενεβλήθησαν και πολλάκις έφθασαν μέχρις απειλής εγκαταλείψεως της ιδέας. Έτσι συνήθως συμβαίνει στα μεγάλα έργα. Και αν δεν υπήρχεν απ’ αρχής αταλάντευτη επιμονή, αξιότατοι συνεργάτες και μεγάλη αγάπη στο έργο αυτό, οι δυσκολίες που παρενέπεσαν θα οδηγούσαν ασφαλώς στη ματαίωση της Εκθέσεως.

Γι’ αυτό και παρουσιάζοντας σήμερα τον Τόμο με τον Κατάλογο της Εκθέσεως σε ελληνική και αγγλική γλώσσα, αισθάνομαι την υποχρέωση να επαναλάβω κι εγώ τις θερμότατες ευχαριστίες μου προς τον Υπουργό Πολιτισμού κ. Ευάγγελου Βενιζέλο για την ολόπλευρη υποστήριξη του εγχειρήματος και τη διάθεση των μόλις τότε αποπερατωθεισών νέων αιθουσών του Βυζαντινού Μουσείου για τη στέγαση της Εκθέσεως, καθώς και τον Υφυπουργό Οικονομίας κ. Χρήστο Πάχτα για την χρηματοδότησή της. Η ελληνική Κυβέρνηση ετήρησε τον λόγο που μας έδωσε το έτος 1999 ότι θά στηρίξει τις επετειακές μας εκδηλώσεις και την ευχαριστώ θερμά. Επίσης ευχαριστώ τα μέλη της Μεγάλης Επιτροπής Εκδηλώσεων του Ιωβηλαίου, που συνεστήθη με απόφαση της Δ.Ι.Σ. για όλες τις εκδηλώσεις, και ενέκριναν τις προτάσεις και για την Έκθεση και εβοήθησαν στην υπέρβαση προβλημάτων και δυσκολιών με κατανόηση και προθυμία, τα άριστα στελέχη του Υπουργείου Πολιτισμού τα οποία, εξ αγάπης προς την Εκκλησία και με πολλές προσωπικές θυσίες, πολλών ωρών απασχόλησης, έθεσαν στη διάθεσή μας τις πολύτιμες επιστημονικές γνώσεις των, και τα άλλα πολλαπλά χαρίσματά των, είτε προς υπέρβασιν των προβλημάτων που ανέκυπτον σε κάθε βήμα, είτε προς εμπλουτισμόν της πείρας μας και τη ρύθμιση κάθε λεπτομέρειας για την επιτυχία της Εκθέσεως. Ενδεικτικώς μνημονεύω εδώ τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής, που ηργάσθησαν με επαινετό ζήλο και αξιομίμητη αφοσίωση, τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες και τους Πανοσιολογιωτάτους Ηγουμένους των Ιερών Μονών, που μας ενεπιστεύθησαν τις προς Έκθεσιν Ιερές Εικόνες, τον Αδελφό Αρχιεπίσκοπο Σιναίου κ. Δαμιανό για την αγαθή διάθεσή του να επιτρέψει την για πρώτη φορά μετά 15 αιώνες από την Μονή και τη χώρα έξοδο της κηρόχυτης εικόνας του Κυρίου, τον φίλο κ. Δημήτριο Κοντομηνά, και την ερίτιμη κυρία Μαριάννα Λάτση, που μας εδάνεισαν εκ της προσωπικής των συλλογής ο μεν πρώτος τέσσερις σπάνιες εικόνες του Θεοδώρου Πουλάκη, η δε δεύτερη πολύτιμη εικόνα του Χριστού του Εμμανουήλ Λαμπάρδου, τον Διευθυντή Βυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού κ. Ισίδωρο Κακούρη, που μας συμπαρεστάθη αποφασιστικά στην ολοκλήρωση της προσπάθειάς μας, και τον κ. Γκούντα της εταιρείας που ανέλαβε κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού το «στήσιμο» της Εκθέσεως.

Άφησα τελευταία την τριάδα των βασικών συντελεστών της επιτυχίας της Εκθέσεως. Χωρίς τους τρεις αυτούς ανθρώπους θα ήταν αδύνατη η παρουσίασή της. Αυτοί εμόχθησαν όχι μόνο για τη συλλογή, την καταγραφή, τη συντήρηση και την ταξινόμηση του υλικού, όχι μόνο για την επίλυση κάθε προβλήματος από τα πολλά που ανέκυπταν σε κάθε βήμα, όχι μόνο για την έκδοση του Καταλόγου που σήμερα παρουσιάζεται, όχι μόνο για τη θέση και τήρηση κανόνων ευπρεπείας σε όλη τη διαδικασία, αλλά και για την αγαστή τους συνεργασία, την αποφασιστική παρέμβασή τους προς πάσαν κατεύθυνση, και κυρίως για το μήνυμα της αποτελεσματικότητος που συνεπάγεται η συλλογική δραστηριότητα, ο συντονισμός των επι μέρους προσπαθειών, ώστε όλες μαζί να υπηρετούν τον ένα κοινό σκοπό και στόχο, και για την παθολογική αγάπη τους προς την Εκκλησία και την εκκλησιαστική τέχνη της αγιογραφίας. Πρόκειται για την τριάδα την απαρτιζομένην από τον Αιδεσιμ. Πρωτοπρεσβύτερο π. Θωμά Συνοδινό, Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Πρόεδρο της Επιστημονικής Επιτροπής της Εκθέσεως, τόν καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης κ. Νίκο Ζία και τον Διευθυντή του Βυζαντινού Μουσείου κ. Δημήτριο Κωνστάντιο. Παρηκολούθησα εκ του σύνεγγυς τις άοκνες προσπάθειές τους, τον ασίγαστο πόθο τους για την επιτυχία, την πρωτοφανή συναδελφικότητα, κατανόηση και συνεννόηση μεταξύ τους. Είναι ένα παράδειγμα προς μίμησιν. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο σε κάθε φάση της προσπάθειας. Έδιναν την εντύπωση ορχήστρας, που, κάτω από μια αδιόρατη μπαγκέτα, έπαιζε αρμονικά το θούριο της δημιουργίας, μέσα σ’ ένα απογοητευτικό κατά τα άλλα περιβάλλον, αυτό που όλοι ζούμε, όπου κυριαρχεί το ωμό συμφέρον, η καταραμένη αδιαφορία και αδράνεια και η απουσία πνοής ζείδωρης και εποικοδομητικής, που παλεύει με την παρακμή και ενίοτε και με την διαφθορά. Τους ευχαριστώ από καρδιάς, καθώς και όλους τους συντελεστές αυτού του έργου. Ευχαριστώ κι εσάς που είσθε απόψε εδώ. Ο Τόμος της Εκθέσεως, με φωτογραφίες των εκθεμάτων και επιστημονικές επεξηγήσεις των από αρμόδια πρόσωπα επιστημονικού κύρους είναι εδώ εις μαρτύριον μιας υπεράνθρωπης προσπάθειας που έφθασε στο τέλος της. Παραδίδεται και προσφέρεται σήμερα στη διάθεση των ευλαβών και φιλοκάλλων Χριστιανών, αλλά και των φίλων της Τέχνης, εις πίστωσιν της ακτινοβολίας της χάριτος που εγκρύπτεται μέσα στις εικόνες και ως ευλογία προς τους εραστές της εκκλησιαστικής μας τέχνης. Κύριος ο Θεός ας ευλογεί όλους. Ο Δεσπότης Χριστός είναι για μας ο Σωτήρας και Λυτρωτής μας. Ως απόηχος του Ιωβηλαίου έτους παραμένει η αγάπη, η λατρεία και η ευγνωμοσύνη μας προς Αυτόν. Η αγάπη, η λατρεία και η ευγνωμοσύνη του θρησκεύοντος Ελληνικού Λαού.

Related posts