Select your Top Menu from wp menus

Οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της παιδείας κατά τον Αγιο Κοσμά τον Αιτωλό

1/1/2004

Βυθίζοντας τή σκέψη καί τό στοχασμό μέσα στόν πλοῦτο τῆς Παράδοσής μας, ἀνακαλύπτουμε ὅλο καί πλουσιώτερα κοιτάσματα ἑνός ἀδαπάνητου καί ἀνεξάντλητου θησαυροῦ τοῦ ὁποίου εἴμαστε οἱ θεματοφύλακες. Κι αὐτό ἔχει ἰδιαίτερη σημασία στούς καιρούς μας, ὅπου ἡ σύγχυση τῶν ἰδεῶν καί ἡ κραιπάλη τῆς δημαγωγίας ἐπιδιώκουν νά ἀποπροσανατολίσουν ὄχι μόνο τό λαό μας ἀπό τούς σωστούς στόχους του, ἀλλά καί τούς ἴδιους τούς πνευματικούς του ἡγέτες ἀπό τή διακονία τῆς ἀλήθειας. Ἔτσι εἶναι διπλά ὠφέλιμη ἡ σπουδή τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Ἀνανεώνοντας μέσα στίς ψυχές τῶν πνευματικῶν ἡγετῶν τοῦ λαοῦ μας τίς πηγές τῆς γνησιότητας καί τίς διαστάσεις τῆς εὐρύτητας τῆς ἀποστολῆς των, προσφέρει ταυτόχρονα στόν ἴδιο τό λαό μας τίς προϋποθέσεις γιά τή σωστή ὁριοθέτηση τῆς πορείας του.

Σ’ αὐτή τήν πορεία μας δέν ὑπάρχουν μόνο κοινοί στόχοι. Ὑπάρχουν καί κοινοί ἐνσαρκωτές αὐτῶν τῶν στόχων. Εἶναι οἱ θεόσταλτοι ἐκεῖνοι πατέρες μας, πού εἴτε ἡ ἰδιότητά των εἴτε ἡ προσφορά των ἔφερε τόσο κοντά τά δυό μεγέθη πού ἐκπροσωποῦμε, τή Θρησκεία δηλ. καί τήν Παιδεία, πού στάθηκε ἀπό τότε καθοριστική τῆς σχέσης τους μέσα στόν ἑλληνικό μας χῶρο. Εἶναι πρωτίστως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, πού ὑπῆρξαν μεταξύ τῶν πρώτων πού ἀξιοποίησαν δυναμικά καί ἐκλεκτικά τήν ἱστορική συνάντηση Ἑλληνισμοῦ-Χριστιανισμοῦ καί ἔθεσαν τίς βάσεις τῆς Ἑλληνο-Χριστιανικῆς μας Παιδείας. Εἶναι ἐπίσης καί ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (1714-1779), Διδάχος τοῦ Γένους, ὁραματιστής τῆς Λευτεριᾶς, ἐπαναστάτης ἅγιος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀληθινός Ἐθναπόστολος στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, θερμός πρόμαχος καί ὑποστηρικτής τῆς Παιδείας, ἀνυποχώρητος ἀγωνιστής τῆς Ἀλήθειας, μάρτυρας τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος. Αὐτός ὁ πραγματικά ” ἄνθρωπος ἀπό γρανίτη, παιδί τῆς θύελλας καί τῆς ἀστραπῆς ” [1] ἔχει σήμερα νά μᾶς πῆ ἀρκετά τά σημαντικά καί ἐνδιαφέροντα γιά τίς ἰδεολογικές κατευθύνσεις τῆς Παιδείας. Καί θά μᾶς τά πῆ μέ ὅλο τό δικαίωμα πού τοῦ δίνει ἡ ἐκπληκτική του παρουσία στόν ἑλλαδικό χῶρο, οἱ τέσσερις περιοδεῖες του σ’ ὅλη τήν ὑπόδουλη Ἑλλάδα, τά 250 περίπου σχολεῖα πού ἵδρυσε, οἱ ἐξαίσιες διδαχές πού ἐκήρυξε, ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου πού ἔζησε, ὁ μαρτυρικός θάνατος πού δέχθηκε, ” πιστός ἄχρι θανάτου ” σέ ἕνα ἔργο ἀληθινά ἀποστολικό καί ἐθνικό. Καί ἕνα τέτοιο δικαίωμα, πού ἀντλεῖται ἀπό μιά κρυστάλλινη ζωή καί μιά πρωτόφαντη προσφορά στά ἑλληνικά Γράμματα, ἐξαγιασμένη μάλιστα μέ τό λουτρό τοῦ αἵματος, εἶναι ἀπό κάθε πλευρά καταξιωμένο καί ἀπό κάθε ἄποψη σεβαστό.

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἀκολουθήσει τούς λόγους καί τίς παραινέσεις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στήν ὑποχρέωση προσφορᾶς Παιδείας στό λαό, ἰδιαίτερα στή νέα γενιά. Γι’ αὐτό καί χαρακτηρίσθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία Παιδαγωγοί καί Προστάτες τῶν Γραμμάτων. Ὁ Μέγας Βασίλειος μάλιστα πρότεινε καί σύστημα ἐκπαίδευσης χωρίζοντάς την σέ τέσσερις βαθμίδες : τό ” σχολεῖο τῆς μητέρας “, γιά τήν προσχολική ἡλικία τῶν 1-7 ἐτῶν ἐξηγώντας τόν σημαντικό ρόλο πού παίζει ἡ μητέρα μέ αὐτά πού διδάσκει διά τοῦ λόγου καί κυρίως τοῦ παραδείγματός της στά προσχολικά χρόνια, τό σχολεῖο τῆς πρωτοβάθμιας, θά λέγαμε, ἐκπαίδευσης ( παλαίστρα ἤ παιδαγωγεῖο ) γιά τίς ἡλικίες 7-14 ἐτῶν, τό σχολεῖο τῆς δευτεροβάθμιας, ἐγκύκλιας ἐκπαίδευσης (θύραθεν) πάνω ἀπό τά 14 καί τό πανεπιστήμιο μέ μαθήματα τῆς τρικτύος (γραμματική, ρητορική καί διαλεκτική ) ἤ / καί τετρακτύος ( ἀριθμητική, γεωμετρία, μουσική καί ἀστρονομία ). Αὐτά χωρίς νά παραλείπει νά συστήσει ὅτι σέ ὅλες τίς βαθμίδες πρέπει νά διδάσκονται τά ἱερά γράμματα καί νά καλλιεργεῖται τό ἦθος καί ἡ συνείδηση τῶν μαθητῶν ἀπό ἄξιους καί ἠθικούς δασκάλους.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τονίζει ὅτι ἡ διδασκαλία ἔχει μεγάλη θεραπευτική δύναμη, ἀφοῦ μπορεῖ νά ἀπαλλάξει ἐκείνους πού τήν δέχονται ἀπό τήν ἄγνοια, ἀπό ἀδυναμίες τοῦ χαρακτῆρος καί ἀπό ἐλαττώματα. Τέλος ὁ Ἅγιος Γρηγόριος πέραν τοῦ ὅτι συνετέλεσε στό νά διατυπωθεῖ ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα καί τίς μάχες πού ἔδωσε κατά τῶν αἱρετικῶν, κυρίως τῶν Ἀπολλιναριστῶν καί ἐπίσης πέραν τοῦ ὅτι προτιμοῦσε τόν ἡσυχασμό καί τήν ἄσκηση ἦταν καί ἄριστος καθηγητής Πανεπιστημίου θά λέγαμε. Στήν Ἀθήνα πού σπούδασε μαζί μέ τόν Βασίλειο ἦταν τόσο ἀξιόλογη ἡ ἀπόδοσή του, ὥστε οἱ φοιτητικοί σύλλογοι κατά τήν δικαιοδοσία πού εἶχαν τότε – κάτι πού τείνει νά γίνει καί τώρα . . . – τοῦ πρότειναν νά γίνει καθηγητής τους, κάτι πού μετά τίς παρακλήσεις τους ἐδέχθη ὁ Γρηγόριος μέ ἀποτέλεσμα νά μείνει στό κλεινόν ἄστυ δύο χρόνια μετά τήν λήξη τῶν σπουδῶν του καί τήν ἀναχώρηση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἀλλά καί ὡς Ἐπίσκοπος δέν ἔπαυσε νά διδάσκει, κάτι πού ἔκανε καί ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.

Τό ἱστορικό πλαίσιο τῆς ζωῆς του μᾶς εἶναι γνωστό. Ὁ 18ος αἰώνας τοῦ σκλαβωμένου Γένους εἶναι φορτωμένος κι αὐτός τά πικρά δεινά τῆς δουλείας. Τό σκοτάδι τῆς ἀμάθειας καί ἀπαιδευσίας, ἡ βαρβαρότητα, οἱ ἐξισλαμισμοί, οἱ στερήσεις, οἱ ἀδικαίωτες ἐλπίδες εἶναι μερικές ἀπό τίς φρικτές ἐμπειρίες τοῦ δύσμοιρου λαοῦ μας. Στή Θεσσαλία, γύρω στά 1750, τό περισσότερο μέρος, κατά τόν Κούμα, ” ἦτο βυθισμένον εἰς ἀπόλυτον ἀγραμματείαν “. Μόνο στό Πήλιο ὑπάρχουν μερικά σχολεῖα · καθώς καί στά Γιάννενα, τήν Κωνσταντινούπολη, τή Μοσχόπολη, τό Ἀργυρόκαστρο καί τήν Κοζάνη. Ἡ ἔλλειψι ὠργανωμένης παιδείας ἔχει ὁδηγήσει σέ κατάπτωση καί τοῦ ἠθικοῦ ἐπιπέδου.

Γράφοντας γιά τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ στήν περιοχή τῆς Κορίνθου ὁ Spon παρατηρεῖ : ” Κάθε μέρα βλέπει κανείς ἐξισλαμισμούς καί οἱ κάτοικοι μιᾶς πόλεως ἤ ἄν θέλετε τοῦ χωριοῦ εἶναι σήμερα οἱ μισοί Ὀθωμανοί “. Τό δυστύχημα εἶναι πώς οἱ ἐξισλαμισμοί ἦταν πολλές φορές θεληματικοί μέ ἀντάλλαγμα τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἐξοντωτική φορολογία. Ὁ Κοσμᾶς βάλθηκε νά ἀντιδράσει. Καί ἡ ἀντίδρασή του στόχευε τή μελλοντική ἀποκατάσταση τοῦ Ἔθνους, τό ” ποθούμενο “, ὅπως ὠνόμαζε συνθηματικά τήν ἐθνική παλιγγενεσία. Καί γιά τήν ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ στόχου δυό μέσα ἐπεστράτευσε : τή χριστιανική διδαχή καί τήν παιδεία.

Ὁ δάσκαλός του στήν Ἀθωνιάδα Εὐγένιος Βούλγαρις εἶχε πρῶτος συλλάβει τήν ἰδέα τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς πατρίδας μέ τήν ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων. Ἀλλ’ ὁ Κοσμᾶς υἱοθετώντας τήν ἰδέα τῆς ἔδωσε πλατύ περιεχόμενο, ἐνσάρκωσε σέ ὅλο τό μεγαλεῖο της τήν εἰκόνα τοῦ ἐθναποστόλου, στράφηκε στό λαό μέ ἁπλότητα πού καταπλήσσει, μίλησε στίς καρδιές, ξεσήκωσε τό φρόνημα καί ἀνέλαβε τόν ἀγώνα συμφωνώντας μέ ἄλλους συμμαθητές του – ὅπως γράφει ὁ Περραιβός – ” ὁμοθυμαδόν καί ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος νά βοηθήσῃ τό Ἔθνος διά τῆς μαθήσεως τῶν γραμμάτων ” [2] .
Καί πρῶτα – πρῶτα ἐμπνεύσθηκε καί ἐπέβαλε ὅσο μποροῦσε τή γενική καί τή δωρεάν παιδεία. Πολλοί πιστεύουν πώς πρώτη ἡ γαλλική ἐπανάσταση ἄνοιξε τό δρόμο γιά τά δύο αὐτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς λαϊκῆς παιδείας καί τά ἐμφανίζουν σάν κατακτήσεις τοῦ Διαφωτισμοῦ. Λάθος, γιά μᾶς τούς Ἕλληνες μάλιστα ἀσυγχώρητο. Πολλά χρόνια πρίν ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἐμπνεόμενος ἀπό τό εὐρύ καί λαϊκό πνεῦμα τῆς ὀρθοδοξίας χωρίς ὅπλα καί αἵματα καί μίση, μέ μόνο τόν πειστικό λόγο του ἐπέτυχε αὐτό τόν ἄθλο κάτω ἀπό τήν τουρκική σκλαβιά. Στόν Ἐγκωμιαστικό Λόγο πού ἀναφέρεται στόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό καί χειρόγραφό του βρέθηκε στήν Ἁγιορείτικη Μονή Φιλοθέου γράφεται καί ὁ τρόπος πού ἐνεργοῦσε ὁ Ἅγιος γιά νά ὑπάρξει ἡ δωρεάν Παιδεία : ” Καταστήσας σχολεῖα πανταχοῦ καί ἐκατέπεισε τούς ἔχοντας τρόπον κάι ἠγόραζαν βιβλία πατερικά καί ἄλλα χρήσιμα καί ἐμοίραζε δωρεάν εἰς τούς χριστιανούς, τελῶν θαυμάσια διάφορα κατά τόπους περιερχόμενος. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος πού τόν εὐλαβοῦντο καί αὐτοί οἱ ἀσεβεῖς … ”

” Ἀνοίξατε σχολεῖα – δίδασκε -. Νά σπουδάζετε καί σεῖς, ἀδελφοί μου, νά μανθάνετε γράμματα ὅσον μπορεῖτε. Καί ἄν δέν ἐμάθατε, οἱ πατέρες, νά σπουδάζετε τά παιδιά σας νά μανθάνουν τά ἑλληνικά, διότι καί ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τήν ἑλληνική. Καί ἄν δέν σπουδάσεις τά ἑλληνικά, ἀδελφέ μου, δέν μπορεῖς νά καταλάβεις ἐκεῖνα πού ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Καλύτερον, ἀδελφέ μου, νά ἔχεις ἑλληνικόν σχολεῖον εἰς τήν χώραν σου, παρά νά ἔχεις βρύσες καί ποτάμια, καί ὡσάν μάθει τό παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται ἄνθρωπος. Τό σχολεῖον ἀνοίγει τάς ἐκκλησίας . . . “. Οἱ λόγοι του πέφτουν σάν ” δρόσος Ἀερμών ἐπί τά ὄρη Σιών ” καί ἀναγαλλιάζουν οἱ κυρτωμένες ψυχές. Οἱ ἀποδέκτες τῶν λόγων του εἶναι βασικά δύο. Πρῶτα οἱ γονεῖς πού ἔχουν παιδιά. Αὐτοί πρέπει νά πεισθοῦν πώς ἔχουν ὑποχρέωση νά στείλουν τά παιδιά τους νά μάθουν ἑλληνικά γράμματα. Πρέπει νά καταλάβουν πώς ἡ παιδεία δέν μπορεῖ νά εἶναι προνόμιο τῶν ὀλίγων, δέν ἔχει ἀριστοκρατική καταγωγή, εἶναι γιά ὅλους, πλούσιους καί πτωχούς. Τό τονίζει αὐτό κατ’ ἐπανάληψιν ὁ Πατροκοσμᾶς. ” Σεῖς οἱ γονεῖς νά στέλνετε τά παιδιά σας εἰς τά σχολεῖα καί νά τά παιδεύετε μέ χριστιανικά ἤθη. Καλύτερα νά τά ἀφήσετε πτωχά καί γραμματισμένα, παρά πλούσια καί ἀγράμματα . . . “. Θέλει τή μόρφωση γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλο τό λαό, χωρίς διακρίσεις, καί τίς θύρες τῶν σχολείων ἀνοικτές. Ποίων ὅμως σχολείων ;

Γιά τή σύστασή των σέ κάθε μέρος πού ἐπισκέπτεται ἀπευθύνεται στούς Ἱερεῖς. Τούς προτρέπει καί τούς παρακινεῖ νά ἐνδιαφερθοῦν νά ἱδρύσουν σχολεῖο. Καί ὅσους γνωρίζουν γράμματα τούς πείθει νά ἀναλάβουν νά διδάξουν στό σχολεῖο αὐτό καί νά μήν κρατήσουν τίς γνώσεις γιά τόν ἑαυτό τους. Ἀκοῦστε μερικές χαρακτηριστικές διδαχές : ” Διατί, ἅγιοι Ἱερεῖς καί τίμιοι προεστῶτες, δέν ἑρμηνεύετε τά εὐλογημένα μας ἀδέλφια νά στερεώνωσι καί νά βάνωσιν εἰς κάθε χωρίον σχολεῖον, νά μανθάνουν τά παιδιά γράμματα, νά γνωρίζουν τό καλόν καί τό κακόν . . . ; “.

Τό ἐρώτημα εἶναι καυστικό, ἀνάβει φωτιές, συνταράσσει τίς συνειδήσεις. Οἱ δύο πρῶτοι αἰῶνες τῆς δουλείας ἦταν πιό δύσκολοι γιά τούς ραγιάδες. Ὁ Τοῦρκος δέν ἄφηνε ἐλεύθερη τήν παιδεία, εἶχε σέ ἐφαρμογή τό παιδομάζωμα σέ βάση γενοκτονίας, ἐξουθένωνε οἰκονομικά τόν Ἕλληνα. Τότε ἐμφανίσθηκαν τά κρυφά σχολειά, τότε ἡ παιδεία στεγάσθηκε στούς νάρθηκες τῶν μοναστηριῶν. Τώρα ὅμως στόν 18ον αἰῶνα ὁ Τοῦρκος ἔχει χαλαρώσει τήν καταπίεση. Καί ὁ Πατροκοσμᾶς ἐπωφελεῖται γιά νά συστήσει σχολεῖα. Μέ καταπληκτική ἁπλότητα καί πρακτικό νοῦ ἀπευθύνεται στούς μεγάλους κάθε χωριοῦ. Καί τό ἴδιο ἐρώτημα πέφτει βαρύγδουπο καί ἐλεγκτικό : ” Ἔχετε σχολεῖον ἐδῶ εἰς τήν χώραν σας νά διαβάζουν τά παιδιά ; – Δέν ἔχομεν, ἅγιε τοῦ Θεοῦ. – Νά μαζευθῆτε ὅλοι νά κάμετε ἕνα σχολεῖον καλόν, νά βάλετε καί ἐπιτρόπους νά τό κυβερνοῦν, νά βάνουν διδάσκαλον νά μανθάνουν ὅλα τά παιδιά γράμματα, πλούσια καί πτωχά “.

Οἱ πρῶτοι δάσκαλοι θά ἐπιστρατευθοῦν ἀπό τούς Ἱερεῖς καί τούς γραμματισμένους. Αὐτοί ὅλοι ἔχουν καθῆκον νά μεταδώσουν τή γνώση πού πῆραν. ” Χρέος ἔχουν ἐκεῖνοι πού σπουδάζουν νά μή θέλουν μετά νά τρέχουν στίς αὐλές τῶν μεγάλων καί σέ ἀρχοντικά γιά νά ἀποκτήσουν πλοῦτο καί ἀξιώματα, ἀλλά νά διδάσκουν τόν λαό πού βρίσκεται μέσα στήν ἀπαιδευσία καί στήν βαρβαρότητα, γιά νά ἀποκτήσουν ἔτσι μισθόν οὐράνιον καί δόξαν ἀμάραντον “.

Σκοπός τῆς Παιδείας γιά τόν Πατροκοσμᾶ εἶναι ἡ διάπλαση τῶν χαρακτήρων. Ἀνθρωποπλαστικό θέλει τό ἔργο τῶν δασκάλων. Γι’ αὐτό καί πιστεύει πώς χωρίς παιδεία ὁ ἄνθρωπος ἐξαγριώνεται. ” Δέν βλέπετε ὅτι ἀγρίεψε το Γένος μας ἀπό τήν ἀμάθειαν καί ἐγίναμεν ὡσάν θηρία ; “. Θά παύσουν οἱ ἄνθρωποι νά εἶναι θηρία καί θά γίνουν σωστοί ἄνθρωποι, ὅταν τό φῶς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καταυγάσει τίς καρδιές των. Γι’ αὐτό καί μεράκι του γίνεται ἡ γλώσσα ἡ ἑλληνική. Δέν ἀνέχεται ἡ πατριωτική καί χριστιανική του καρδιά νά μιλοῦν οἱ Ἕλληνες ἄλλες γλῶσσες ἐκτός ἀπό τήν ἑλληνική. Σάν κεραυνός πέφτουν τά λόγια του σ’ ἐκείνους πού λησμόνησαν τή γλώσσα τῶν πατέρων τους. ” Ὅποιος Χριστιανός, ἄντρας ἤ γυναίκα, ὑπόσχεται μέσα στό σπίτι του νά μήν κουβεντιάζη ἀρβανίτικα, ἄς σηκωθῆ ἀπάνου νά μοῦ τό πῆ, κι ἐγώ νά πάρω ὅλα του τά ἁμαρτήματα εἰς τόν λαιμόν μου ἀπό τήν ἐποχή πού ἐγεννήθη ἕως τώρα καί νά βάλω ὅλους τούς Χριστιανούς νά τόν συγχωρέσουνε καί νά λάβη μίαν συγχώρεσιν ὅσην ἄν ἔδινε χιλιάδες πουγγιά δέν τήν ἐματάβρισκε “. Ἐθνική γλώσσα θεωροῦσε τήν κοινή, τοῦ λαοῦ. Ἡ λογία παράδοση εἶχε χρεωκοπήσει μέσα του. Δέν ἀσπαζόταν τίς γνῶμες τῶν δασκάλων του γιά τή γλώσσα πού δέν καταλάβαινε ὁ λαός καί τή θεωροῦσε ξένη. Μέ ὅπλο τή γλώσσα ὁ Κοσμᾶς ξεκινάει μιά μεγάλη ἐκστρατεία νά δημιουργήσει πυρῆνες ἀνθρωπισμοῦ μέσα στή βαρβαρότητα. Ὁ νοῦς του ἔχει συλλάβει τίς πελώριες ἀνθρωπιστικές δυνατότητες τῆς παιδείας. Δίνει ὅμως ἕνα ξεχωριστό νόημα στόν ὅρο ” ἀνθρωπισμός “. Δέν ἔχει ὁ Κοσμᾶς καμμιά σχέσι μέ τόν οὑμανιστικό ἀνθρωπισμό τῶν χρόνων τῆς ἀναγεννήσεως, καλά – καλά δέν ξέρει τόν κλασσικό ἀνθρωπισμό τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Γι’ αὐτόν τά ἑλληνικά γράμματα ἔχουν ἀνθρωπιστικό περιεχόμενο, γιατί εἶναι συνυφασμένα μέ τήν Ἐκκλησία, μέ τή θρησκεία. Στίς Διδαχές του εἶναι διάσπαρτες οἱ ἀντιλήψεις του γιά τό ρόλο τῆς παιδείας στή διάπλαση χαρακτήρων. Δέν τή θέλει τήν παιδεία τυπική μετάδοση ἄχρηστων γνώσεων. Γι’ αὐτόν ἔχει ζωή ἡ παιδεία, ὅταν μπορεῖ νά μιλάει στήν καρδιά, νά καλλιεργεῖ τό πνεῦμα καί τήν ψυχή, νά προετοιμάζει ὡλοκληρωμένους ἀνθρώπους. Ἀνάμεσα στήν παιδεία καί στήν ἀρετή ὑπάρχουν στενοί δεσμοί. Δέν μπορεῖ νά ἐννοήσει παιδεία πού νά μήν εἶναι τῆς ἀρετῆς ὑπηρέτρια ” Τήν ἀγάπην ἐπειδή δέν ἠξεύρετε – λέγει -, πρέπει, παιδιά μου, νά στερεώνετε σχολεῖα, διατί πάντα εἰς τά σχολεῖα γυμνάζονται οἱ ἄνθρωποι καί ἠξεύρουν καί μανθάνουν τό τί ἐστι Θεός, τό τί εἶναι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, τί εἶναι οἱ καταραμένοι δαίμονες καί τό τί εἶναι ἀρετή τῶν δικαίων. Τό σχολεῖον φωτίζει τούς ἀνθρώπους.

Ἡ παρομοίωση τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας μέ τό φῶς στά λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ εἶναι ἀντανάκλαση τῆς σφοδρῆς ἐπιθυμίας πού εἶχε νά φέρει τό Ἔθνος σέ μιά ἀληθινή γνώση. ” Διαβάζοντας τά ἑλληνικά -θά πεῖ -τά ηὗρα ὁπού λαμπρύνουν ἤ φωτίζουν τόν νοῦν τοῦ μαθητοῦ ἀνθρώπου, καθώς φωτίζει ὁ ἥλιος τήν γῆν ὅταν εἶναι ξαστεριά καί βλέπουν τά μάτια μακρυά, ἔτσι βλέπει καί ὁ νοῦς τά μέλλοντα “. Μέ προφητική ἐνόραση ἔχει συλλάβει αὐτά πού ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια θά γίνονταν κτῆμα τῶν πολιτισμένων ἀνθρώπων. Οἱ ἀληθινά ἐπαναστατικές του ἀντιλήψεις γιά τήν ἀξία τῆς γυναίκας, γιά τήν ἀπαξία τῆς προίκας, γιά τό θέμα τοῦ πλούτου, γιά τήν παιδεία μᾶς ἀποκαλύπτουν ἕνα σωστό ἀπόστολο, ἕναν ἁγνό ἰδεολόγο καί ἕναν τίμιο Χριστιανό. Δέν περίμενε ὁ Κοσμᾶς πώς ἡ παιδεία πού θά στηριζόταν ἀποκλειστικά στίς ἀρχές τοῦ γαλλικοῦ ἐγκυκλοπαιδισμοῦ θά ἔφερνε τήν ἄνοιξη πού προσδοκοῦσε. Γι’ αὐτόν τά σχολεῖα δέν ἦταν ἀγωγοί γνώσεων μόνο, ἦταν κάτι οὐσιαστικώτερο καί βαθύτερο. Ἦταν φυτώρια καλοῦ ἤθους, χριστιανικῆς ζωῆς καί ἀρετῆς, θερμοκήπια καλωσύνης.

Μόρφωση πού δέν δημιουργεῖ ἐνάρετους ἀνθρώπους, δέν τοῦ ἦταν ἀνεκτή. Καί δάσκαλος πού περιοριζόταν στή μετάδοση ξηρῶν γνώσεων, δέ τοῦ ἦτο ἀρεστός.

Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἰδιαίτερα στάθηκε ὁ ἅγιος. Ἡ ἰδεογική κατεύθυνση τῆς ἑλληνικῆς Παιδείας εἶναι γι’ αὐτόν Χριστοκεντρική. Δέν τοῦ εἶναι δύσκολο νά διακηρύξει πως ὁ Θεός μέσα στό σχολεῖο ἔχει κεντρική θέση. Τόν ἀκούσουμε ἤδη νά τονίζει τό γεγονός ὅτι μέ τά ἑλληνικά γράμματα οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἱκανοί νά καταλαβαίνουν τά γράμματα τῆς Ἐκκλησίας. ” Σύ πού κάμνεις τά παιδιά, νά τά παιδεύης καί νά τά μανθάνης γράμματα καί ἐξόχως ἑλληνικά, διότι ἡ ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν “. Καί ἀλλοῦ πάλιν: ” Νά μαζευθῆτε ὅλοι νά κάμετε ἕνα σχολεῖον καλόν, νά βάλετε καί Ἐπιτρόπους νά τό κυβερνοῦν, νά βάνουν διδάσκαλον, νά μαθαίνουν ὅλα τά παιδιά γράμματα, πλούσια καί πτωχά. Διότι ἀπό τό σχολεῖον μανθάνουν τί εἶναι Θεός, τί εἶναι ψυχή, σῶμα… “. Καί πάλιν: ” Καί σεῖς, γονεῖς, νά στέλνετε τά παιδιά σας εἰς τό σχολεῖον καί νά τά παιδεύετε μέ χριστιανικά ἤθη… “. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στό σχολεῖο φρονηματίζει τά παιδιά καί διανοίγει τούς ὁρίζοντες τῆς ἀρετῆς γι’ αὐτά. Ὁ ἑλληνισμός του ἦταν καθαρά χριστιανικός, ἔβλεπε πώς τό Γένος θά ἐσώζετο μόνο ” διά τῆς μετά τοῦ Χριστιανισμοῦ συμμαχίας “. ” Ὁ νεοελληνικός κόσμος – παρατηρεῖ ὁ Φ. Μιχαλόπουλος – ἦταν κόσμος νέος, πού μονάχα μέ τή δύναμη τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καί τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως μποροῦσε νά ἀναγεννηθῆ καί νά τραβήξη πρός τά ἐμπρός. Δέν ἦταν ὁ καλογερισμός πού βίαζε τόν Κοσμᾶ νά σχηματίση μιά τέτοια γνώμη, ἀλλ’ αὐτή ἡ πραγματικότητα, αὐτή ἡ βαθειά καί μακροχρόνια πεῖρα του ” [3] . Ἡ ἄθρησκη ἤ καί ἀντιχριστιανική παιδεία, αὐτήν πού ὡρισμένοι θά ἤθελαν νά ἐπιβάλουν σήμερα στό Ἔθνος, ἔβρισκε τόν Ἅγιο Κοσμᾶ ἀνένδοτα ἀντίθετο. Εἶχεν ἄλλωστε διακηρύξει ἐπιγραμματικά σέ μιά προφητεία του: ” Τό κακό θά σᾶς ἔρθη ἀπό τούς διαβασμένους “, ὑπονοώντας τό νεωτεριστικό πνεῦμα τῆς Ἑσπερίας, πού ἐπρόκειτο μετά τήν ἀπελευθέρωση νά μεταφέρουν στόν ἑλληνικό χῶρο οἱ σπουδασμένοι σ’ αὐτήν, ἕνα πνεῦμα ἀντιθρησκευτικό καί ἀντορθόδοξο, πού ἤθελε τάχα τήν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς θρησκευτικές προλήψεις καί πού μιλώντας στό ὄνομα τῆς Δημοκρατίας, ἀπαρνιόταν τά χριστιανικά δόγματα σάν δῆθεν καταπιεστικά τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Κατά σύμπτωση τήν ἴδια, σχεδόν αὐτολεξεί, φράση θά ἐπανελάμβανε κι ἕνας ἄλλος, παρεξηγημένος αὐτός, Διδάχος, ὁ Παπουλάκος, ζώντας ἤδη τό κλίμα τοῦ ἀθέου Διαφωτισμοῦ μέσα στήν μόλις ἀπελευθερωμένη Ἑλλαδίτσα. Καί αὐτός θά διεκήρυσσε τότε μέ ἔμφαση: ” Τά ἄθεα γράμματα θά καταστρέψουν τόν κόσμο “. Καί οἱ δύο εἶχαν μέ ἐνάργεια συλλάβει τό νόημα τῆς ἄθρησκης παιδείας, ὄχι γιατί ἦσαν ἐναντίον τῆς μορφώσεως, ἀλλά γιατί ἀντιλαμβάνονταν τόν κίνδυνο πού παραμόνευε γιά τά μικρά παιδιά, καθώς θά ἄκουαν ἀπό τό στόμα τῶν Δασκάλων τους λόγια ἀπιστίας καί ἀθεΐας. ” Πόσο φωτεινά ἔβλεπες, μεγάλε Κοσμᾶ. Ποιός ξέρει ποιό πολιτισμό δέν θἄχαμε, ἄν τό Ἔθνος ἀκολουθοῦσε τό δρόμο πού χάραξες; Ποιός ξέρει ποιές ἀνεπανόρθωτες πολιτικές καταστροφές θἄχαμε ἀποφύγει, ἄν συνεχιζόταν τό ἔργο σου στήν Ἀλβανία, τή Βόρεια Μακεδονία καί τήν ἀνατολική Ρωμυλία, τήν ἑλληνικώτατη αὐτή χώρα, πού χάσαμε ἀπό τά χέρια μας. Ποιός ξέρει τά γεωγραφικά ὅρια τῆς ἐθνότητας πού θἄφταναν σήμερα, ἄν βαδίζαμε πάνω στίς ὑποδείξεις σου, ἄν θέλαμε νάμ ιμηθοῦμε τό ἐμπνευσμένο σου παράδειγμα” [4].

Κύριοι Ἐκπαιδευτικοί Λειτουργοί,

Τό ὅραμα τοῦ Πατροκοσμᾶ γιά μιά Παιδεία γενική γιά ὅλους, ἀνθρωποπλαστική καί Χριστοκεντρική, ἕνα ὅραμα ζωῆς, ποτισμένο μέ ἄφθονο ἱδρῶτα καί μέ ἀχνιστό αἷμα, στίς ἡμέρες μας θαρρῶ πώς ἀρχίζει νά ξεθωριάζει σέ ὡρισμένα τουλάχιστον σημεῖα του. Ἡ παιδεία μας εἶναι βέβαια σήμερα ἀγαθό πού μποροῦν ὅλοι νά τό ἀπολαμβάνουν, καί τή θέλουμε ἀνθρωποπλαστική καί Χριστοκεντρική. Ὡστόσο σποραδικά κρούσματα ἔχουν ἐμφανισθῆ ἐξοστρακισμοῦ τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἀπό τίς καρδιές τῶν παιδιῶν ἀπό μέρους ἐλαχίστων, ὁπωσδήποτε, συναδέλφων σας, πού, καταχρώμενοι τῆς ἐμπιστοσύνης μέ τήν ὁποία τούς περιβάλλει ἡ Πολιτεία, πού ἀποδέχεται αὐτό τόν ἰδεολογικό προσανατολισμό τῆς παιδείας, κηρύσσουν πότε συγκεκαλυμμένα καί πότε ἀπροκάλυπτα ἀπό τῆς ἕδρας ὑλιστικές καί ἀντιχριστιανικές ἀπόψεις, πού κλονίζουν τήν πίστη καί πολεμοῦν τή Θρησκεία. Ἄλλοτε πάλι χλευάζουν τίς χριστιανικές ἀλήθειες ἤ ἐκμεταλλεύονται περιστασιακές ἀδυναμίες τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά διοχετεύσουν κατάλληλα στίς παιδικές ψυχές τήν ἀμφιβολία καί τήν ἀμφισβήτηση. Δέν ὁμιλῶ γιά τήν ἀμφιβολία τοῦ προβληματισμοῦ, πού κάθε νέος αἰσθάνεται ἐμπρός στά θεῖα μυστήρια. Ὁμιλῶ γιά τήν προκατασκευασμένη καί μεθοδευμένη χλεύη καί γιά τή συστηματική πολεμική σέ βάρος ‘Εκκλησίας καί Θρησκείας μέσα σ’ ἕνα Κράτος, τοῦ ὁποίου τό μέν Σύνταγμα ἀναγνωρίζει αὐτή τή Θρησκεία σάν ἀξιοσέβαστη, οἱ δέ νόμοι προβλέπουν τή διδασκαλία τῶν δογμάτων της στά σχολεῖα.

‘Ανεξάρτητα ὅμως ἀπ’ αὐτά σημασία ἔχει ἕνα γεγονός. Ὅτι δηλ. ἡ ἑλληνική μας παιδεία ἐπί σειρά αἰώνων ἔζησε καί πορεύθηκε μέ τά παραπάνω χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Ἔζησε καί πορεύθηκε μέ τήν ἀνθρωποποιό δύναμη τοῦ Χριστιανισμοῦ καί βοήθησε στή θρησκευτική καί ἠθική ἀνύψωση τοῦ Γένους. Καί αὐτή ἡ Παιδεία βασικά μαζί μέ τήν Ὀρθοδοξία στίς μέρες μας καλοῦνται νά παίξουν τόν ἐπιτυχημένο ρόλο τους πάνω στίς καρδιές, γιά νά θωρακίσουν τούς Νεοέλληνες, νά τούς ἐξοπλίσουν πνευματικά καί νά τούς χαρίσουν τήν αἴσθηση τῆς ταυτότητος καί τῆς αὐτοσυνειδησίας. Ἐσεῖς κι ἐμεῖς καλούμεθα νά παίξουμε αὐτό τό ρόλο, ἔστω κι ἄν εἴμαστε λίγοι, ἔστω κι ἄν ὁ θόρυβος τῆς Βαβυλώνας καί ὁ κονιορτός τῆς ταχύτητος τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου μᾶς τοποθετοῦν ἐνίοτε σέ κάποιο κοινωνικό περιθώριο. Ἐμεῖς καί ἐσεῖς εἴμαστε ταγμένοι καί μόνον ἀκόμη νά φυλᾶμε τίς Θερμοπύλες πού μᾶς ὥρισαν καί νά συνεχίζουμε τήν Παράδοση πού μᾶς παρέδωσαν. Μή καμπτώμεθα μπρός στήν ὑλική ἰσχύ ἤ μπρός στόν ὄγκο τῆς ποσότητας. Ἄν ἐμεῖς καί ἐσεῖς ἐνσαρκώνουμε τήν ποιότητα, μποροῦμε καί λίγοι καί ἐλάχιστοι νά προσφέρουμε. Ἡ ζωή τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ μᾶς διδάσκει πώς ἕνας ἐμπνευσμένος καί μαχητής ἀξίζει ὅσο χίλιες χιλιάδες ἀπράγμονες καί πλαδαροί. Ὁ Ἡράκλειτος εἶχε πεῖ: ” Εἷς ἐν ἐμοί μυρίοι “. Καί ὁ Παλαμᾶς τό διετύπωσε πιό πειστικά:

“Κι ἄν εἶναι πλῆθος τἄσχημα, κι ἄν εἶναι τἄδεια ἀφέντες
φτάνει μιά σκέψη, μιά ψυχή, φτάνεις ἐσύ, ἐγώ φτάνω,
νά δώσει νόημα στῶν πολλῶν τήν ὕπαρξη ἕνας φτάνει”.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Φάνη Μιχαλοπούλου : Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ Ἐθναπόστολος – Ἀθῆναι 1969 σ. 155.

[2] Παράρτημα βιογραφίας τοῦ Ρήγα.

[3] Φ. Μιχαλοπούλου, ἔνθ’ ἀνωτ. σ. 69.

[4] Φ. Μιχαλοπούλου, ἔνθ’ ἀνωτ. σ. 71

Related posts