Select your Top Menu from wp menus

Ο αναλλοίωτος Ορθόδοξος μοναχισμός

1/1/2004

 

Ο ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ
ΕΛΠΙΔΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΗΣ 3ης ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ

Στίς ἑορταστικές ἐκδηλώσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπί τῇ συμπληρώσει δύο χιλιάδων ἐτῶν ἀπό τήν κατά σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἰδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει τό παρόν Πανελλήνιο Μοναστικό Συνέδριο. Διότι μία ἀποτίμηση τῆς παρουσίας καί τῆς προσφορᾶς τῆς Ὀρθοδοξίας στόν κόσμο, κατά τήν διαδρομή τῶν εἴκοσι αἰώνων, μέ ἀφορμή τούς ἐφετινούς ἑορτασμούς, δέν θά ἦταν δυνατόν νά νοηθῆ χωρίς τήν ἀναφορά στόν Ἀνατολικό Ὀρθόδοξο Μοναχισμό, καθ’ ὅτι στόν θεσμό αὐτό διασώζεται γνήσια ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα καί πραγματώνεται ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῆς γῆς.

Ὁ Μοναχισμός ἀνήκει ὀργανικά στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γεννιέται καί ζῆ μέσα στούς κόλπους της, εἶναι «σάρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων»[1] της. Τρέφεται, ἀνδρώνεται, καρποφορεῖ καί ἁγιάζεται μέ τή χάρη τῶν Μυστηρίων της καί συγχρόνως ζωογονεῖ, στηρίζει, δοξάζει, λαμπρύνει τήν Ἐκκλησία, μέσα σέ μιά ἀδιάσπαστη ὀργανική ἑνότητα καί σέ μιά ἀέναη σχέση ἀλληλοπροσφορᾶς. Ἐκτός Ἐκκλησίας δέν νοεῖται μοναχική ἀφιέρωση, ἀλλά καί χωρίς Μοναχισμό θά ἔχανε τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τήν ζωτικότητα καί εὐρωστία του, ἐφ’ ὅσον λέγεται καί εἶναι ὁ Μοναχισμός ἡ «σπονδυλική στήλη» καί «τά νεῦρα» της.

Γι’ αὐτό καί θεωρῶ κορυφαῖο γεγονός ἰδιαιτέρας πνευματικῆς βαρύτητος τή σύγκληση τοῦ Συνεδρίου τούτου, καί μάλιστα ὑπό τήν εὐλογημένη σκιά τῶν ἱερῶν ἁγιομετεωρικῶν βράχων, ὡς ἀπότιση, τρόπον τινά, φόρου τιμῆς καί εὐγνωμοσύνης τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας πρός τήν χαρισματική αὐτή τάξη της καί πρός τά ἀναρίθμητα τεθεωμένα τέκνα της πού ἀπαρτίζουν τήν μακρά χορεία τῶν ὁσίων ἀσκητῶν, ἐρημιτῶν καί κοινοβιατῶν· πρός τούς Παχωμίους καί Ἀντωνίους, τούς Θεοδοσίους καί τούς Εὐθυμίους, τίς Μακρίνες καί τίς Συγκλητικές, πρός ὅλους τούς ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους, παλαιούς καί νεωτέρους, πού μέ τά ὑπεράνθρωπα ἀσκητικά τους παλαίσματα, μέ τήν ἄμετρη ἐγκράτεια, τίς πάννυχες στάσεις καί τίς ὁλοήμερες δεήσεις, τήν καθαρότητα καί τήν ἄκρα ταπείνωσή τους, παρέτειναν τήν ἱστορία τοῦ κόσμου· πρός τούς ὁσίους Μετεωρίτας πατέρας, οἱ ὁποῖοι μᾶς φιλοξενοῦν στόν ἁγιασμένο τόπο τους καί ἀοράτως παρίστανται, εὐλογοῦντες τήν σύναξή μας· πρός αὐτούς ἀκόμη τούς σημερινούς Μοναχούς καί Μοναχές, πού συνεχίζουν τήν μακραίωνη Μοναχική παράδοση στά εντακόσια καί πλέον ἐν λειτουργίᾳ Μοναστήρια τῆς Πατρίδος μας, σ’ αὐτούς πού μέσα στά κοινόβια σηκώνουν τόν σταυρό τῆς μαρτυρικῆς ὑπακοῆς καί σ’ αὐτούς πού μόνοι ἤ σχεδόν μόνοι, μέ συντροφιά συχνά τά γηρατειά καί τήν ἀρρώστεια, κρατοῦν ἀναμμένα τά καντήλια καί ἄσβηστο μαζί τόν δαυλό τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως.

Ὁ γενικός τίτλος τοῦ Συνεδρίου, «Ὁ ἀναλλοίωτος Ὀρθόδοξος Μοναχισμός ἐλπίδα σωτηρίας στήν ἀνατολή τῆς 3ης χιλιετίας», προσφυής καί λίαν περιεκτικός, συνοψίζει ἐπιγραμματικά τή σημασία τοῦ Μοναχισμοῦ γιά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος.

Οἱ εἰσηγήσεις, πού κατανέμονται σέ πέντε γενικές θεματικές ἑνότητες, θά ἐξάρουν καί θά παρουσιάσουν ἐκτενέστερα τήν ἀξία καί τό σκοπό τοῦ Μοναχισμοῦ, τήν ἱστορία καί τή θέση του μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν διαχρονική πολύπλευρη καί πολυποίκιλη προσφορά του, τήν προοπτική καί τό ρόλο του στούς ἐπερχομένους αἰῶνες. Θά ἐξετασθοῦν, ἀκόμη, τά προβλήματα πού ἐνίοτε ἀνακύπτουν, εἴτε μέσα στούς κόλπους του, εἴτε στίς σχέσεις του μέ τόν κόσμο καί τούς θεσμούς τοῦ κόσμου.

Οἱ Εἰσηγηταί, διακεκριμένοι ἐκπρόσωποι τοῦ Μοναχισμοῦ καί ἔγκριτοι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι, ἦλθαν νά καταθέσουν, οἱ μέν τήν πολύτιμη ἐμπειρία καί σοφία τους ἀπό τό πανεπιστήμιο τῆς ἐρήμου, οἱ δέ τούς καρπούς ἐμβριθοῦς μελέτης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καί τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων.

Ὁ Μοναχισμός παραμένει μέχρι καί σήμερα, μετά δύο χιλιάδες χρόνια, ἀναλλοίωτος, διότι πρότυπο καί ἐμπνευστής του, ἡ βάση, τό κέντρο καί ὁ σκοπός του, τό Α καί τό Ω του εἶναι ὁ «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»[2] Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Παραμένει ἄτρεπτος, μέσα στόν διαρκῶς μεταβαλλόμενο καί ἐπί τά χείρω τρεπόμενο κόσμο, διότι βιώνει αὐθεντικά τό Εὐαγγέλιο, ἐκ τοῦ ὁποίου «ἰῶτα ἕν ἤ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ»[3], κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου.

Οἱ Μοναχοί εἶναι αὐτοί πού ἐνωτίζονται καί ἀποδέχονται τήν σωτήρια ἀποστολική κλήση «δεῦτε ὀπίσω μου»[4] καί, ἀφήνοντας τήν πολυκύμαντη τοῦ κόσμου καί τῶν παθῶν θάλασσα, τά δίκτυα τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, συγγένειες καί φιλίες, ἀκολουθοῦν τόν Σωτῆρα Χριστό. Τόν ἀκολουθοῦν στήν ἀτιμία, στήν ἐγκατάλειψη καί τήν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ, «σταυροῦντες τὴν σάρκα σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις»[5]. Τόν συνοδεύουν στόν Τάφο, θάπτοντες τίς κοσμικές φιλοδοξίες καί τίς γήϊνες ἐπιδιώξεις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου κάτω ἀπό τό ταπεινό ράσο καί νεκροῦντες καθημερινά «τό ἴδιον θέλημα» ὑπό τόν ζυγό τῆς ὑπακοῆς. Μετέχουν τῆς Ἀναστάσεως, ἀνιστῶντες ἐντός τους τήν πεπτωκυῖα θεία εἰκόνα καί περιβαλλόμενοι, διά τῆς πνευματικῆς τελειώσεως, τήν δόξα τοῦ ἀρχεγόνου κάλλους. Εἶναι οἱ πορευόμενοι στά ἴχνη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, κήρυκες —σιωπηλοί τίς περισσότερες φορές— τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀναμορφωταί, μέ τήν ἐσωτερική τους μεταμόρφωση, τῆς κοινωνίας. Εἶναι οἱ συνεχισταί καί μιμηταί τῶν Μαρτύρων καί Ὁμολογητῶν τῆς Πίστεώς μας, ἰσόβιοι αὐτοί μάρτυρες τῆς συνειδήσεως, ἀνεζωσμένοι ἐφ’ ὅρου ζωῆς σέ μιά ἀνελέητη, συνεχῆ πάλη ἐναντίον τῆς φύσεώς τους, σ’ ἕναν πόλεμο χωρίς ἀνακωχή κατά τοῦ κόσμου καί τοῦ κοσμοκράτορος, σέ μιά διαρκῆ ὁμολογία, ἔργῳ καί λόγῳ καί σχήματι.

Θεμέλιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς παραμένει πάντοτε ἡ ἀγάπη πρός τόν Νυμφίο τῶν ψυχῶν, μέ προϋπόθεση τήν αὐτοπροαίρετη ἀποδοχή τῆς θείας κλήσεως, καί σκοπός ἡ κατά χάριν θέωση, διά τῆς μετοχῆς στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Φθάνοντας στήν θεοκοινωνία ὁ Μοναχός, ἐκπληρώνει τό σκοπό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόν σκοπό ἀκόμη τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἀφοῦ κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή «εἰς τοῦτο ἡμᾶς πεποίηκεν ὁ Θεός, ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοὶ φύσεως, καὶ τῆς αὐτοῦ ἀϊδιότητος μέτοχοι, καὶ φανῶμεν αὐτῷ ὅμοιοι κατὰ τὴν ἐκ χάριτος θέωσιν»[6]. Μέ τήν ἐνοίκηση Ἁγίου Πνεύματος προγεύεται τήν τρυφή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καί βιώνει, ἐν μέρει, ἀπό τήν παροῦσα ζωή τήν ἐσχατολογική πραγματικότητα.

Ἡ θεοπτία, κατά τούς νηπτικούς Πατέρες, ἔρχεται ὡς ἐπιβράβευση τῆς καθαρότητος τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διά τῆς τηρήσεως τῶν τριῶν θεμελιωδῶν μοναχικῶν ἀρετῶν, τῆς παρθενίας, τῆς ἀκτημοσύνης καί τῆς ὑπακοῆς. Στά τρία αὐτά πνευματικά ἀθλήματα ἀγωνίσθηκε τό πλῆθος τῶν ἀπ’ αἰῶνος ὁσίων μοναχῶν καί μοναζουσῶν, γιά νά λάβη τό ἔπαθλο τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι ὅσο θά προσφέρεται ἡ «τρίσπονδη» αὐτή εὐάρεστη θυσία, ὡς «λογικὴ λατρεία»[7] πρός τό «ζωόθυτον θῦμα»[8], στά ἱερά θυσιαστήρια τῆς ἐρήμου, θά παρατείνεται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί θά συνεχίζεται ἡ ζωή ἐπί τῆς γῆς.

Θυσία εἶναι καί ἡ καθαρά προσευχή τοῦ Μοναχοῦ, μέσα ἀπό τό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς, ὅπου θυσιάζεται τό θέλημα, συντρίβεται τό «ἐγώ», καταπνίγονται τά πάθη, φονεύονται οἱ παντοειδεῖς κακίες. Αὐτή ἡ προσευχή συγκινεῖ τόν Θεό καί ἀπομένει ἡ μόνη ἐλπίδα σωτηρίας στόν σύγχρονο βιβλικό κατακλυσμό τῆς ἀποστασίας, ὅπου εἶναι πλέον ὁρατός ὁ ἐφιαλτικός κίνδυνος τῆς αὐτοκαταστροφῆς, ἐφ’ ὅσον, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἡ προσευχή χαρακτηρίζεται ὡς «κόσμου σύστασις».[9]

Σήμερα, περισσότερο ἀπό ποτέ, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό ἔμψυχες εἰκόνες τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπό ἁγίους πού θά προσφέρουν τόν ἑαυτό τους ὡς «ὁλοκάρπωμα θυσίας»[10] ὑπέρ τῶν πληθυνομένων ἀνομιῶν καί θά ἀποτρέπουν τήν δίκαιη ὀργή τοῦ Θεοῦ. Καί τούς ἁγίους κυρίως μέσα στόν κατ’ ἐξοχήν ἁγιοτόκο θεσμό τοῦ Μοναχισμοῦ μποροῦμε νά τούς ἀναζητήσουμε. Ἡ ἀνάδειξη ἁγίων εἶναι ἡ μεγίστη εὐεργεσία τοῦ Μοναχισμοῦ πρός τόν κόσμο καί τό πλέον φιλάνθρωπο κοινωνικό του ἔργο. Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ καρποί τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Χριστοῦ τό ἐκτύπωμα, εἶναι ἡ διάσωση τῆς εὐαγγελικῆς Ἀληθείας ἐπί τῆς γῆς, εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ καί οἱ ἰσχυροί πρεσβευταί ὑπέρ τῆς οἰκουμένης. Ὁ κόσμος θά ὑπάρχη ὅσο θά ὑπάρχουν ἅγιοι ἐπάνω στή γῆ. Οἱ ἅγιοι εἶναι γιά τούς πιστούς τά πρότυπα καί οἱ ἀκατανίκητοι ὑπερασπισταί στούς πειρασμούς τοῦ ἀντιδίκου, οἱ ἄμισθοι θαυματουργοί ἰατροί σέ κάθε ἀσθένεια καί ἡ καταφυγή στίς τρικυμίες τοῦ βίου. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τονίζει χαρακτηριστικά στόν πρόλογο τοῦ Συναξαριστοῦ του: «Ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ δὲν περιέχονται δύω καὶ τρεῖς, ἤ δέκα, ἤ ἑκατόν, ἤ χίλιοι ἅγιοι, ἀλλὰ χιλιάδες καὶ μυριάδες καὶ μιλλιώνια ὁλόκληρα ἁγίων, καὶ σύννεφα πυκνότατα ἀπείρων δικαίων· διατί; διὰ νὰ σὰ ἀναψύχουν Χριστιανέ, μὲ τὰς πρεσβείας των, ἀπὸ τὸ καῦμα τῶν πειρασμῶν· διὰ νὰ σὲ δροσίζουν μὲ τὰς ἐπιρροὰς τῶν χαρίτων τους, ὅταν ξηρανθῇς ἀπὸ τὴν φλόγα τῶν παθῶν· διὰ νὰ σὰ σκεπάζουν ἄνωθεν μὲ τὰς πτέρυγας τῶν προστασιῶν τους, ἀπὸ τὰς ἐπιβουλὰς τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν· καὶ τελευταῖον διὰ νὰ σὲ κάμνουν νὰ μὴ φοβῆσαι ἀπὸ τὸν ἀόρατον πόλεμον τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιμόνων, ἔχων κύκλῳ σου μίαν ἀναρίθμητον παράταξιν τόσων καὶ τόσων ἁγίων, οἵτινες εἶναι βοηθοί σου».[11]

Ὁ Μοναχισμός διέσωσε καί θά διασώση καί πάλι τήν ἀκεραιότητα τῆς Πίστεως καί τήν θεογνωσία, διά τῆς ἐμπειρίας τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό. Προασπισταί πάντοτε τῶν Δογμάτων καί τῶν Ἀληθειῶν τῆς Ἐκκλησίας οἱ Μοναχοί, πολέμιοι τῶν αἱρέσεων καί θεματοφύλακες τῆς Παραδόσεως, θά ἀποτελέσουν καί σήμερα, μέ τό γνήσιο ὀρθόδοξο αἰσθητήριό τους καί μέ τό ὁμολογιακό φρόνημά τους, τήν προφυλακή στόν ὕπουλο κίνδυνο τοῦ συγκρητισμοῦ καί σέ κάθε ἐπιβουλή κατά τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ πορεία τῶν Μοναχῶν πρός τήν θέωση ἀποτελεῖ τό ἀντιστάθμισμα στήν δαιμονοποίηση πού ἐπιχειρεῖται ἀπό τήν λεγομένη Νέα Ἐποχή. Στήν μεθοδευομένη παγκοσμιοποίηση ὁ Μοναχός θά ἀντιπαραθέτη τήν προσδοκία καί τόν ἀγῶνα του νά γίνη ἡ ἀνθρωπότητα, διά τῆς ἀποδοχῆς καί βιώσεως τοῦ ἀναλλοιώτου εὐαγγελικοῦ λόγου, «μία ποίμνη»,[12] ὑπό «ἕναν ποιμένα»[13], τόν Χριστό, ὅπου θά πρυτανεύη ἡ ἀγάπη καί ὅπου στόχος δέν θά εἶναι ἡ ἐπίγεια εὐδαιμονία, ἀλλά ἡ μακαριότητα τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ. Στίς Οἰκουμενιστικές τάσεις θά προβάλλη τήν οἰκουμενικότητα τῆς ἀγάπης του, ἡ ὁποία ὑλοποιεῖται στήν ὑπέρ τῆς Οἰκουμένης προσευχή καί στήν συμμετοχή, παντί τρόπῳ, στόν πόνο καί τήν ἀνάγκη τοῦ πλησίον χωρίς διακρίσεις φυλετικές, ἐθνικές, κοινωνικές, ἰδεολογικές.

Ὁ Μοναχισμός, κατά τήν δισχιλιετῆ πορεία του, ἔδωσε στήν Ἐκκλησία πλῆθος χριστομιμήτων ἁγίων ποιμένων, πατριαρχῶν, ἐπισκόπων, ἱερέων καί πνευματικῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἀνεδείχθησαν σέ κάθε ἐποχή οἱ στῦλοι τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ σοφοί οἰκονόμοι τῶν Μυστηρίων, οἱ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ ὁδηγοί καί τά στηρίγματα τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Κι ἄν στό παρελθόν ὁ Μοναχισμός ὑπῆρξε φυτώριο ἐργατῶν τοῦ Ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου, στήν ἐποχή μας, τήν κατ’ ἐξοχήν ὑλόφρονα, καί στό μέλλον, πού θά γίνεται ὅλο καί πιό σπάνια ἡ καθαρότητα, ὁ χῶρος τοῦ Μοναχισμοῦ ἀπομένει ἡ ἐλπίδα γιά τήν ἀνεύρεση ἀξίων ἐκκλησιαστικῶν ποιμένων.

Ἡ ρήση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος «Φῶς μὲν μοναχοῖς ἄγγελοι, φῶς δὲ πάντων ἀνθρώπων, μοναχικὴ πολιτεία»[14] εἶναι ὅσο ποτέ ἐπίκαιρη σήμερα καί προφητική γιά τούς ἐπερχομένους αἰῶνες. Στήν διαρκῶς ἐντεινομένη σύγχυση, στήν ἀγνωσία καί τόν ἀποπροσανατολισμό, ὅπου, κατά τόν Προφήτη Ἡσαΐα, «τίθεται τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος»[15] καί «οἱ ἄνθρωποι ἠγάπησαν μᾶλλον τὸ σκότος ἤ τὸ φῶς»,[16] οἱ Μοναχοί, κοινωνοί τοῦ φωτός τῆς Τρισηλίου Θεότητος, διασώζοντας τήν θεογνωσία κι ἐπιτελώντας στή γῆ τό ἔργο τῶν ἀγγέλων, θά ὁδοδεικτοῦν στίς σκοτεινές ἀτραπούς τῶν ὑπαρξιακῶν ἀναζητήσεων τό ἀληθινό φῶς καί τήν μόνη ὁδό, στό χάος τῆς ἀβεβαιότητος τήν πίστη καί τήν βεβαιότητα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ὁ Μοναχός θά διδάσκη, μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς του, ὅτι πάντοτε εἶναι δυνατή ἡ βίωση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν καί ὅτι ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι προνόμιο παλαιοτέρων μόνο γενεῶν, ἀλλά τό πιό ὑπέροχο ὅραμα καί ὁ ἱερώτερος σκοπός ζωῆς σέ κάθε ἐποχή. Οἱ σύγχρονοί μας Ἅγιοι, Ἅγιος Νεκτάριος, Ὅσιος Σάββας ὁ ἐν Καλύμνῳ, Ὅσιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης καί τόσοι ἄλλοι ἀγλαοί καρποί ἀπό τόν θεοφύτευτο μοναχικό ἀμπελῶνα βεβαιοῦν τοῦ λόγου τό ἀληθές καί πιστοποιοῦν γιά πολλοστή φορά τήν καταλυτική παρουσία τοῦ Μοναχισμοῦ στήν κοινωνία μας.

Θά ἀποδεικνύη ὁ Μοναχός, μέ τήν πιστότητα στίς ὑποσχέσεις του, ὅτι εἶναι ἐφικτός ὁ σώφρων βίος καί μέσα στόν καταιγισμό τῶν συγχρόνων προκλήσεων, ἐφ’ ὅσον, μέ τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατορθώνει τά ὑπέρ φύσιν, πολιτευόμενος ὡς ἀσώματος.

Ἀρνούμενος κάθε ὑλική κτήση καί παραμένοντας διά βίου ἀκτήμων, θά διακηρύττη ἐμπράκτως στόν ἀνασφαλῆ, γι’ αὐτό καί πολυμέριμνο καί ἀγχώδη σύγχρονο ἄνθρωπο, ὅτι ὁ ἐνδύων τά «κρίνα τοῦ ἀγροῦ»[17] καί τρέφων «τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ»[18] δέν πτωχεύει καί δέν ὀλιγωρεῖ, ἀλλά μεριμνᾶ ἀνύστακτα, παρέχοντας γενναιόδωρα, μαζί μέ τά πνευματικά, καί τά χρειώδη τῆς παρούσης ζωῆς, καί μάλιστα «ὑπέρεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα».[19]

Ἀναγόμενος ὁ Μοναχός, μέ τήν ἑκούσια ὑποταγή, στή σφαῖρα τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας, θά συνεγείρη τόν σημερινό αὐτονομημένο, ἀλλά καί ὅσο ποτέ καταδυναστευόμενο ὑπό τῆς τυραννίας τοῦ ἰδίου θελήματος ἄνθρωπο, στήν ἐπανάσταση κατά τῆς δουλείας τοῦ «ἐγώ». Ἡ ταπεινή καί ἀπερίεργη παραίτηση ἀπό τήν ἰδία γνώμη καί θέληση, χάριν τῆς ἐμπιστοσύνης στήν διάκριση τοῦ πνευματικοῦ ὁδηγοῦ καί δι’ αὐτοῦ στό θεῖο θέλημα, θά ἐλέγχη τόν ὀρθολογισμό καί τά ὀλισθήματα τῆς συνήθως σφαλερῆς ἀνθρωπίνης κρίσεως.

Ἡ Νέα Τάξη πραγμάτων σήμερα γιά νά ἐπιβληθῆ μεθοδεύει τήν ἐξαφάνιση τῆς προσωπικότητος, μέ τήν ἀριθμοποίηση καί τήν μαζοποίηση τῶν λαῶν, καί μέ τήν ἐπιβολή, διά τῶν μέσων ἐνημερώσεως, νέων προτύπων ζωῆς καί νέου τρόπου σκέψεως. Σ’ αὐτή τήν «πολτοποίηση» οἱ κατ’ ἐξοχήν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι παραμένουν οἱ Μοναχοί. Ἡ ἔρημος γίνεται ἔπαλξη ἐλευθερίας, καταρτίζοντας ὁλοκληρωμένες πνευματικές προσωπικότητες, μέ πεφωτισμένη κρίση καί δύναμη ἀντιστάσεως, πού θά ὑψώσουν φωνή διαμαρτυρίας ἐκεῖ πού προσβάλλεται ἡ ἔμψυχη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί, οἱ «μὴ στοιχοῦντες ἑαυτοῖς καὶ μὴ ἔχοντες ἑαυτοὺς συνετοὺς»,[20] ὅταν ἀπειλεῖται ἡ γνησιότης τῆς Πίστεως, ἐν πλήθει διακρίσεως, ἀναδεικνύονται μαχηταί, μάρτυρες καί ὁμολογηταί καί ὁσάκις τό προστασσόμενο ἀντιβαίνει στόν θεῖο νόμο ἀρνοῦνται τήν ὑποταγή, «πειθαρχοῦντες Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις».[21]

Στό κοσμικό φρόνημα, τό ὁποῖο εἰσχωρεῖ καί στή ζωή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, μέ κίνδυνο ἐκκοσμικεύσεως, χαλαρώσεως τῶν ἠθῶν καί ἀποξενώσεως ἀπό τόν ἀσκητικό χαρακτῆρα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, προτάσσει ὁ Μοναχός τήν σταθερότητα στίς ἀπ’ αἰῶνος ἀρχές τοῦ ἀγγελικοῦ πολιτεύματος καί τήν προσήλωση στήν ἁγιαστική ὀρθόδοξη Παράδοση. Παρέχει, μέ τό σεμνό καί ἀπαρρησίαστο ἦθος, μέ τήν εὐγένεια, τήν καλωσύνη, τήν σιωπή καί τήν ἐν γένει κόσμια συμπεριφορά του, ἀκόμη καί μέ τήν ἐμμονή του στήν παραδεδομένη ἐμφάνιση, πρότυπο χριστιανικῆς ἀναστροφῆς, ἀνατρέποντας τήν πλάνη ὅτι μπορεῖ νά ὑπάρχη ὁ Χριστός στήν καρδιά, ὅταν μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς ἤ μέ τήν ἐξωτερική εἰκόνα ὄχι μόνο Χριστός δέν ὁμολογεῖται, ἀλλά μᾶλλον κοσμικό πνεῦμα προδίδεται. Καί ἐδῶ ἀνακύπτει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη νά ἀποφύγη ὁ σύγχρονος Μοναχισμός τίς ψυχοφθόρες ἐπιρροές τοῦ φρονήματος τοῦ κόσμου καί νά αὐτοπροστατευθῆ ἀπό τόν «ἐκσυγχρονισμό» τῆς ἐποχῆς, πού λυμαίνεται τήν γνησιότητα καί τήν αὐθεντικότητα τῆς ἐν τῷ κόσμῳ παρουσίας του. Δυστυχῶς, ὅμως, στίς ἡμέρες μας ἐμφανίζονται ἰσχυρές τάσεις ἐκκοσμικεύσεως τοῦ Μοναχισμοῦ ὑπό τό πρόσχημα, εἴτε τῆς κοινωνικῆς παρουσίας τῶν Μοναχῶν, εἴτε τῆς πνευματικῆς καί πραγματικῆς αὐτονομήσεώς των ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τούς κανονικούς της ποιμένες. Τό πνεῦμα αὐτό καλλιεργεῖ, μεταξύ τῶν Μοναχῶν, τήν ἀντίληψη ὅτι ἀνήκουν μέν εἰς πολιόν ἐκκλησιαστικόν θεσμόν, ἀλλ’ ὅτι δέν ὑπόκεινται στίς κανονικές ἐπιταγές τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων. Τοῦτο ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν διολίσθηση τῶν Μοναχῶν στό ἐπίπεδο στοιχείων πού εἶναι δυνατόν νά ἀπειλήσουν τήν ἑνότητα τοῦ Κυριακοῦ Σώματος. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά καί ἡ Ἐκκλησία, στό πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου, ὀφείλει νά προστατεύη τήν ἐσωτερική ζωή τῶν Μοναχῶν καί νά μεριμνᾶ γιά τήν κατά Θεόν ζωή καί πολιτεία των, νά ἐγγυᾶται τήν παραφυλακή τῶν μοναστικῶν θεσμίων καί νά ἀπέχη ἀπό κάθε ἐπίβουλη, τῆς ἐσωτερικῆς ἑνότητος τῆς Ἀδελφότητος, ἐπέμβαση. Μόνον ἔτσι διασώζεται ὁ αὐθεντικός χαρακτήρας τοῦ Μοναχισμοῦ καί ἡ καθοδηγητική τῶν πιστῶν ἀποστολή του.

Ὁ Μοναχός, ἀρκούμενος στά χρειώδη γιά τήν θεραπεία τῶν ὑλικῶν του ἀναγκῶν, ἀρνούμενος τήν ἄνεση, ἐργαζόμενος ὄχι πρός ἴδιον ὄφελος, ἀλλά γιά τήν διακονία τῶν ἀδελφῶν, ἔχοντας προσηλωμένο τόν νοῦ καί τήν καρδιά στόν Θεό καί ἁγιάζοντας τήν ἐργασία μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, πολιτεύεται «ὡς ξένος καὶ παρεπίδημος ἐπὶ τῆς γῆς»,[22] ἐλέγχοντας τήν κοσμική νοοτροπία, πού ἀνάγει σέ σκοπό τῆς ὑπάρξεως τίς ἐπίγειες κτήσεις καί ἀπολαύσεις. Δέν ἐπιζητεῖ τήν καταξίωσή του στήν προβολή, σέ ὑψηλούς τίτλους, σέ ἀναγνώριση καί σέ κοσμικές ἐπιτυχίες, ἀλλά θεωρεῖ τιμή τόν ὀνειδισμό χάριν τοῦ Χριστοῦ καί προτιμᾶ τήν ἀφάνεια καί τήν ἀδοξία, γνωρίζοντας ὅτι ὅλα αὐτά τόν ἐνδύουν μέ τήν «στολή τῆς Θεότητος»,[23] τήν ὑψοποιό ταπείνωση, καί τοῦ ἐξασφαλίζουν τήν αἰώνια δόξα τῶν Οὐρανῶν.

Ὁ Μοναχισμός ἔχει ἀναδείξει μεγάλα ἀναστήματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας καί τέχνης, ἀληθινούς Θεολόγους, πολυγραφώτατους συγγραφεῖς, ἐμπνευσμένους ὑμνωδούς καί ἁγιογράφους, πού ἐκληροδότησαν στήν Ἐκκλησία τά ἀπαράμιλλα δημιουργήματά τους, ὡς καρπούς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί πρός τούς ἀδελφούς καί ποτέ ὡς μέσα προβολῆς καί ὑστεροφημίας. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του κινεῖ τόν κάλαμο τοῦ θεολόγου καί τοῦ συγγραφέως στήν ὑπεράσπιση τῆς Πίστεως ἤ στήν κατήχηση τοῦ πληρώματος καί ὄχι ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀναδείξεως. Ὁ θεῖος ἔρως, ὄχι ὁ πόθος τῆς κενῆς δόξης, ἐμπνέει τόν μελῳδό καί τόν ὑμνογράφο, τόν ἁγιογράφο ἤ τόν καλλιγράφο Μοναχό, γι’ αὐτό καί τό ἔργο τους ἁγιάζεται μέσα στήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή καί γίνεται μέσον σωτηρίας τῶν πιστῶν.

Ὅταν ὁ κοσμικός ἄνθρωπος ὀνειρεύεται καί ἐπιδιώκει μιά ζωή μέ ἄνεση καί εὐημερία, ὅταν γιά τήν πρόσκαιρη δόξα φθάνει νά προδίδη πολλές φορές ἀκόμη καί τίς ἀρχές του, ὁ Μοναχός, δίδοντας τίς φοβερές ὑποσχέσεις κατά τήν στιγμή τῆς μοναχικῆς του κουρᾶς, θά ἑτοιμάζεται «μὴ πρὸς ἄνεσιν, μὴ πρὸς ἀμεριμνίαν, μὴ πρὸς τρυφάς, μὴ πρὸς ἄλλο τι τῶν ἐπὶ γῆς τερπνῶν τε καὶ ἀπολαυστικῶν· ἀλλὰ πρὸς ἐγκράτειαν σαρκός, πρὸς κάθαρσιν ψυχῆς, πρὸς πτωχείαν εὐτελῆ, πρὸς πένθος ἀγαθόν, πρὸς πάντα τὰ λυπηρὰ καὶ ἐπίπονα τῆς χαροποιοῦ κατὰ Θεὸν ζωῆς· καὶ γὰρ πεινᾶσαι ἔχει καὶ διψῆσαι καὶ γυμνητεῦσαι, ὑβρισθῆναι τε καὶ χλευασθῆναι, ὀνειδισθῆναι τε καὶ διωχθῆναι καὶ πολλοῖς ἄλλοις περιαχθῆναι λυπηροῖς».[24] Καί μέσα στήν ἑκούσια αὐτοκένωση, θά δείχνη μέ τό εἰρηνικό καί φωτεινό του πρόσωπο ὅτι ἡ ἀληθινή χαρά δέν βρίσκεται στά τερπνά τοῦ κόσμου, ἀλλά στήν ἕνωση μέ τόν χαροπάροχο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ.

Τά Μοναστήρια ἀποτελοῦν πάντοτε πρότυπο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς γιά τούς ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανούς. Μέ τίς πολύωρες νυχθήμερες Ἀκολουθίες, μέσα στό ἀπαραχάρακτο τυπικό, μέ τήν ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῶν καθιερωμένων νηστειῶν καί μέ τήν τακτική, συνειδητή συμμετοχή τους στά ἱερά Μυστήρια, θά διακηρύττουν ὅτι δέν εἶναι προσκόλληση στούς τύπους ὁ ἐκκλησιασμός, ἀλλά προσευχή, προσφορά λατρείας καί ἀγάπης πρός τόν Θεό, συνάμα δέ πνευματική τροφοδοσία· δέν εἶναι παρωχημένη τυπική συνήθεια ἡ νηστεία, οὔτε εἶναι τυχαῖος ὁ σεβασμός τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά ταπεινή καί σωτήρια ἀποδοχή ὅσων οἱ Θεοφόροι Πατέρες ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐθέσπισαν· δέν εἶναι ἐθιμική ἀνάγκη ἡ συμμετοχή στά Μυστήρια, ἀλλά πηγή ἁγιασμοῦ καί μέσον ἀπολυτρώσεως.

Ὅσο ἡ ἀγάπη θά ψυχραίνεται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ὅσο ἡ ἀδικία καί τό συμφέρον θά πληθαίνουν τή δυστυχία καί ὁ βρόχος τῆς μοναξιᾶς θά περισφίγγη θανάσιμα τίς ψυχές, τά μοναχικά κοινόβια θά προβάλλονται ὡς πρότυπα ἀληθινῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας γιά τίς οἰκογένειες καί γιά τούς λαούς. Ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἰσότητα, πού κανένα μέχρι σήμερα κοινωνικό σύστημα καί καμμία ἰδεολογία δέν μπόρεσε νά ἐπιτύχη, αἰῶνες τώρα πραγματώνεται στίς μοναστικές Ἀδελφότητες. «Κοινωνίαν γὰρ βίου τελεωτάτην ἐγὼ καλῶ (τό κοινόβιον)», λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, «ἐν ᾗ κτήσεως μὲν ἰδιότης ἐξώρισται, γνώμης δὲ ἐναντίωσις ἀπελήλαται, ταραχὴ δὲ πᾶσα, καὶ φιλονικία, καὶ ἔριδες ἐκ ποδῶν ἑστήκασι, κοινὰ δὲ τὰ σύμπαντα, ψυχαί, γνῶμαι, σώματα καὶ ὅσοις τὰ σώματα τρέφεται καὶ θεραπεύεται, κοινὸς ὁ Θεός, κοινὸν τὸ τῆς εὐσεβείας ἐμπόρευμα, κοινὴ ἡ σωτηρία, κοινὰ τὰ ἀγωνίσματα, κοινοὶ οἱ πόνοι, κοινοὶ οἱ στέφανοι, εἷς οἱ πολλοὶ καὶ ὁ εἷς οὐ μόνος, ἀλλ’ ἐν πλείοσι».[25] Στό κοινόβιο ὁ ἰσχυρότατος συνεκτικός δεσμός τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης εἶναι ὁ ὑπέρτατος νόμος. Ἔτσι, τό ἀξίωμα στήν μοναστική κοινότητα εἶναι γιά τούς Προεστῶτες διακονία ἀγάπης, ἐκ Θεοῦ, διά τῆς Ἀδελφότητος, ἀνατεθεῖσα, καί ὄχι ἄσκηση ἐξουσίας. Γιά τούς ὑποτακτικούς ἡ ὑπακοή εἶναι πύργος ἀσφαλείας καί μέσον σωτηρίας, σέ καμμιά περίπτωση καταπίεση ἤ ἀναγκαστική πειθαρχία. Δέν ὑπάρχουν ἐκεῖ πλούσιοι καί πτωχοί, ἀριστοκράτες καί πληβεῖοι, ἐξουσιασταί καί δυναστευόμενοι, ἀλλά «ἀλλήλων ἰσόδουλοι, ἀλλήλων κύριοι…. καὶ παρ’ ἑκάστοις ὁλόκληρα τὰ καλὰ μένοντα πάντας ἰσοτίμως πλουσίους ἐργάζεται».[26]

Ἡ Ἐκκλησία, ὡς κιβωτός τῶν ἐθνικῶν μας ἀξιῶν, καλεῖται καί σήμερα νά διασώση τήν ἐθνική μας αὐτοσυνειδησία, μέσα στόν ἐπιχειρούμενο ἐθνικό ἀποχρωματισμό. Ἡ ἐμπροσθοφυλακή καί σ’ αὐτόν τόν ἀγῶνα, ὅπως πάντοτε, οἱ Μοναχοί της. Στόν ὁδοστρωτῆρα τῆς ἔξωθεν ἐπιβαλλομένης παγκοσμιοποιήσεως καί στήν ἀπεμπόληση ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων τῶν τιμαλφῶν τοῦ Γένους μας, τά Μοναστήρια ἀναλαμβάνουν ἀποφασιστικά καί πάλι τόν ἱστορικό ἐθνικό τους ρόλο. Θά διασώσουν ξανά τόν ἀτίμητο θησαυρό τῆς γλώσσας μας στήν σημερινή γλωσσική Βαρβαροκρατία, τήν ὁποία συνιστᾶ ἡ βάναυση κακοποίησή της, ἡ διακοπή τῆς συνεχείας της καί ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητός της, μέ φυσικό ἐπακόλουθο τό ἀποκαρδιωτικό φαινόμενο τῆς λεξιπενίας καί τῆς ἀγλωσσίας, κυρίως τῆς νέας γενιᾶς τῆς Πατρίδος μας. Ἡ συνεχής ἐπαφή τῶν Μοναχῶν μέ τά συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί μέ τά ὑμνολογικά κείμενα εἶναι συγχρόνως καί σπουδή στήν ἀπαράμιλλη ἑλληνική γλῶσσα. Μέ τήν ἄρνησή τους νά υἱοθετήσουν ἀδικαιολόγητες καταστροφικές ἐπεμβάσεις στή δομή καί στήν μορφή της καί νά συμπράξουν ἔτσι στήν κατακρεούργησή της, πού εἶναι συγχρόνως καί ἐθνικό ἔγκλημα, θά συντελέσουν, μέσα ἀπό τήν συγγραφική δραστηριότητά τους, ἡ ὁποία, δόξα τῷ Θεῷ, δέν εἶναι εὐκαταφρόνητη, σέ μιά γλωσσική ἀναγέννηση.

Στό κατώφλι τῆς νέας χιλιετίας πληθαίνουν οἱ ἀγωνίες γιά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος καί ἡ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ προοιωνίζεται μύρια ὅσα δεινά γιά τά πρόσωπα καί τούς λαούς καί γι’ αὐτόν ἀκόμη τόν πλανήτη μας. Στά τόσα ἀδιέξοδα, ἡ μόνη κιβωτός σωτηρίας καί ἡ μόνη δύναμη, ἱκανή νά ἀναπλάση καί ἀναμορφώση τόν κόσμο, ἀπομένει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ἀπαραχάρακτη διδασκαλία καί τά ἱερά Μυστήριά της, μέ τούς Ἁγίους καί τά ζωντανά πρότυπα κατά Θεόν ζωῆς, τό μικρό ποίμνιο τῶν συνειδητῶν μελῶν της, μέ πρωτοπόρους πάντοτε τούς Μοναχούς.

Οἱ παραινέσεις πρός Μοναχούς τοῦ μεγάλου ἀσκητικοῦ πατρός Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρες τώρα πού οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάμπολλοι καί ὅσο ποτέ ἐπικίνδυνοι καί ὁ κόσμος ἀναζητεῖ ἐλπίδα σωτηρίας. «Δεῖ τὸν μοναχὸν εἶναι ἐν πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ σχήμασι καὶ πράγμασι τύπον ὠφελείας τοῖς ὁρῶσιν αὐτόν, ὅπως ἐκ τῶν πολλῶν ἀρετῶν αὐτοῦ τῶν διαλαμπουσῶν ὡς ἀκτίνων, βλέποντες οἱ τῆς ἀληθείας ἐχθροὶ καὶ μὴ βουλόμενοι ὁμολογήσωσιν, ὅτι ἔστι τοῖς Χριστιανοῖς ἐλπὶς σωτηρίας βεβαία καὶ ἀμετάπτωτος, πανταχόθεν τε ἐπιδράμωσι πρὸς αὐτὸν ὡς καταφύγιον ὄντα, ὥστε ὑψωθῆναι τὸ κέρας τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς καὶ πολλοὺς κινηθῆναι πρὸς ζῆλον τῆς αὐτοῦ ἀρετῆς καὶ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν, καὶ γενέσθαι αὐτὸν αἰδέσιμον ἐν πᾶσιν ἐκ τοῦ κάλλους τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Καύχημα γὰρ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἡ μοναχικὴ πολιτεία».[27]

Ἀλλ’ ἐάν γιά τήν Ἐκκλησία ὁ Μοναχισμός εἶναι καύχημα, δόξα καί στέφανος, γιά τόν κόσμο εἶναι καί θά εἶναι, ὅσο δέν θά συσχηματίζεται πρός τό φρόνημά του, «σημεῖον ἀντιλεγόμενον»,[28] γιά νά φανῆ καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ συμπόρευσή του μέ τόν Ἀρχηγό τῆς Πίστεώς μας. Θά εἶναι «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρία, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς…..Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία».[29] Μήπως δέν εἶναι «τρέλλα», κατά τό δή λεγόμενον, ἡ ἄρνηση τῶν ἀπολαύσεων τῆς ζωῆς γιά τούς κάθε ἐποχῆς «ἕλληνες», τούς λάτρεις τῶν ποικίλων εἰδώλων, τῶν χρημάτων, τῶν ἡδονῶν καί τῆς δόξης, ἤ ἀκόμη γιά τούς ὀρθολογιστάς καί τούς ὑλιστάς; Ἤ δέν εἶναι σκάνδαλο γιά πολλούς «Ἰουδαίους», πού μπορεῖ νά εἶναι καί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὡς ὑψίστη καταξίωση τοῦ Χριστιανοῦ τήν ἱεραποστολή καί τήν φιλανθρωπία μέσα στήν κοινωνία, ἀγνοώντας τήν ἱεραποστολική δύναμη τῆς ἁγιότητος καί τῆς προσευχῆς καί μέσα ἀπό τό μοναχικό κελλί; Ὅμως γιά μᾶς ὁ Μοναχισμός εἶναι σοφία καί δύναμη Θεοῦ. Δύναμη Θεοῦ γιά τήν κραταιά παρεμβολή τῶν Ἁγίων πού προσφέρει στήν Ἐκκλησία, γιά τό ἀκαταμάχητο ὅπλο τῶν προσευχῶν, γιά τήν ἀναπλαστική δύναμη τῶν προτύπων χριστομιμήτου βιοτῆς. Δύναμη Θεοῦ, διότι στά ὑπέρ φύσιν ἀσκητικά κατορθώματα γίνεται φανερή ἡ ἰσχύς τῆς πανσθενουργοῦ θείας Χάριτος. Εἶναι Θεοῦ σοφία, γιατί εἶναι ὁ κατ’ ἀλήθειαν φιλόσοφος βίος. «Σοφώτεροι τῶν πολλῶν», κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, «οἱ κόσμου χωρίσαντες ἑαυτούς, καὶ τῷ Θεῷ τὸν βίον καθιερώσαντες».[30]

Στούς κατά κόσμον μωρούς, ἀλλά κατά Θεόν σοφούς Μοναχούς, καταφεύγουν ὅλο καί περισσότερο οἱ ἄνθρωποι, ἀναζητώντας τήν γνησιότητα καί τήν ἀληθινή ἀγάπη. Γιά πόσους πονεμένους δέν γίνονται ἡ καταφυγή, γιά πόσους ἐγκαταλελειμμένους οἱ γνήσιοι ἀδελφοί καί φίλοι, γιά πόσους τό στήριγμα, οἱ ὁδηγοί, οἱ συμπαραστάτες! Πόσοι δέν ζητοῦν ἕνα κόμπο προσευχῆς στό κομποσχοίνι τῶν Μοναχῶν, ἔχοντας πίστη στή δύναμη τῶν προσευχῶν τους! Γεμίζουν οἱ ναοί τῶν Μοναστηριῶν μας ὅλο καί πιό πολύ ἀπό τούς ἐν τῷ κόσμῳ πιστούς καί αὐτό εἶναι μιά τρανή ἀπόδειξη τῆς ἐμπιστοσύνης καί τῆς τιμῆς τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν εὐλογημένο μοναχικό θεσμό καί συνάμα ἕνα παρήγορο μήνυμα στροφῆς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας στήν πατερική παράδοση. Ἡ φιλάνθρωπη αὐτή προσφορά τῶν Μοναχῶν πρός τόν πάσχοντα ἄνθρωπο εἶναι δυνατόν —θά προσέθετα δέ καί εὐκταῖον— νά προσλάβη καί πιό συστηματική μορφή, μέ τήν ἀφιέρωση λ.χ. κάποιων Μοναχῶν στήν ἐκπαίδευση, σέ σχολεῖα τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε στή νοσηλεία, εἴτε στήν περίθαλψη γερόντων ἤ κατακοίτων, εἴτε σέ ἄλλα κοινωνικά ἔργα, γιά τά ὁποῖα τό μεγαλύτερο βάρος εἶναι ἡ ἐξασφάλιση ἀξιότιμων στελεχῶν μέ ἱεραποστολικό πνεῦμα ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο, κατάρτιση τέλεια καί ἐπίγνωση πνεύματος αὐτοθυσίας καί αὐταπαρνήσεως. Ἕνας τέτοιος Μοναχισμός θά ἀποτελοῦσε στήν ἐποχή μας τήν μεγάλη ἔκπληξη καί μοναδικό παράδειγμα πρακτικοῦ χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς.

Ὁ Μοναχισμός θά συνεχίζη τήν ἁγιαστική του πορεία, ἐφ’ ὅσον θά παραμένη πιστός στίς αἰώνιες ἀρχές του, στόν χριστοκεντρικό καί ἀσκητικό χαρακτῆρα του καί στήν ἐκκλησιολογική συνείδησή του. Θά παραμένη ἀναλλοίωτος, ὅσο θά ἐπιμένη στό πρώτιστο ἔργο του τῆς προσευχῆς, τῆς κατά Θεόν ἡσυχίας καί τῆς Θείας Λατρείας μέ τούς ἁγιοτρόφους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὅσο δέν θά ἀναζητῆ νέα πρότυπα, ὅσο θά ἔχη ὡς καθημερινό ἐντρύφημα τό ἱερό Εὐαγγέλιο, τούς βίους τῶν Ἁγίων καί τά συγγράμματα τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Θά διατηρῆ ἀδιάσπαστο τό νῆμα τῆς γνησίας μοναχικῆς παραδόσεως, ὅταν δέν θά ἀπορρίπτη τήν πεῖρα τῶν Γερόντων, ὅπως συμβαίνει στή ζωή τοῦ κόσμου, δέν θά ἀμφισβητῆ καί δέν θά κρίνη ὅσα καλῶς παρεδόθησαν διά μέσου τῶν αἰώνων κι ὅσο δέν θά ὑπάρχη μεταξύ νέων καί παλαιοτέρων τό χάσμα τῶν γενεῶν. Θά διασώζη τό μαρτυρικό καί ἀσκητικό ὀρθόδοξο φρόνημα, ὅσο θά τηρῆ τό μέτρο καί τήν διάκριση στήν ἐξωτερική δραστηριότητα καί στή χρήση τῆς τεχνολογίας, θέτοντάς την στήν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης.

Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ αὐξάνει στήν ἐποχή μας τίς μοναχικές κλήσεις, γιατί ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἁγίων καί χρειάζονται πολλές προσευχές γιά νά συνεχίση τήν πορεία του. Ἡ σημερινή ἄνθηση τοῦ Μοναχισμοῦ εἶναι μιά ἀκόμη ἀπόδειξη τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ, μιά ἰδιαίτερη εὔνοια πρός τήν κατάσπαρτη ἀπό Μοναστήρια Πατρίδα μας, πού ἀναβιώνουν στίς ἡμέρες μας, μιά ἐλπίδα γιά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος καί γι’ αὐτό μιά ἀνεκτίμητη θεία εὐλογία. Ὅλοι, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὀφείλουμε καί μποροῦμε νά συμβάλουμε στήν διατήρηση καί συνέχιση τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως. Ἰδιαιτέρως χρειάζεται ὁ εὐαίσθητος μοναχικός θεσμός τήν προστασία, τήν ἀγάπη, τήν ἐμπιστοσύνη, τή στήριξη καί τήν συμπαράσταση τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας. Οἱ ἰδιαιτερότητες τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἐπιβάλλουν μιά λεπτή καί διακριτική στάση ἐκ μέρους τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποιμένων. Ὁ σεβασμός τῶν νόμων καί τῶν κανόνων πού διέπουν τήν ἐσωτερική λειτουργία τῶν Μονῶν καί τίς σχέσεις τους μέ τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση, ἡ συνεργασία καί ἡ ἀντιμετώπιση τῶν Μοναχῶν ὡς ἐν Χριστῷ τέκνων καί ὄχι ὡς ὑφισταμένων εἶναι τό ἀπαραίτητο εὐνοϊκό κλῖμα γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν Μοναστικῶν Ἀδελφοτήτων.

Κηρύσσοντας τήν ἔναρξη τοῦ Μοναστικοῦ Συνεδρίου, θέλω νά εὐχαριστήσω ἀπό καρδίας τήν ὀργανωτική ἐπιτροπή γιά τήν ἄρτια διοργάνωση, τούς ἐκλεκτούς εἰσηγητάς γιά τόν ἐπιστημονικό τους κόπο, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σταγῶν καί Μετεώρων κ.κ. Σεραφείμ γιά τήν φιλοξενία, καί ὅλους τούς παρευρισκομένους γιά τήν πρόθυμη ἀνταπόκριση στήν πρόσκλησή μας. Καλή ἐπιτυχία στίς ἐργασίες τοῦ Συνεδρίου, τό ὁποῖο εὔχομαι νά ἀποτελέση ἕνα σταθμό στήν ἱστορία τοῦ Μοναχισμοῦ, ἀναζωπυρώνοντας στούς μοναχούς τόν ζῆλο τῆς ἀσκήσεως καί στούς ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφούς τήν προθυμία γιά τήν κατά τό δυνατόν μίμηση τῆς ἰσαγγέλου μοναχικῆς πολιτείας καί ἐνθαρρύνοντας νέες κλήσεις πού θά πυκνώσουν τίς τάξεις του, ἐνισχύοντας ἔτσι τήν παράταξη τῆς Ἐκκλησίας κατά τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν της καί αὐξάνοντας τόν ἀριθμό τῶν ὑπέρ τοῦ σύμπαντος κόσμου προσευχομένων.

——————————————————————————–
[1] Γέν. β´, 21.

[2] Ἑβρ. ιγ´, 8.

[3] Ματθ. ε´, 18.

[4] Ματθ. δ´, 19.

[5] Γαλ. ε´ 24.

[6] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, «Kεφάλαια θεολογικά καί οἰκονομικά, Ἑκατοντάς Α´, μβ´» Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τόμ. 15Δ, σελ. 38.

[7] Ρωμ. ιβ´, 1.

[8] Μεγαλυνάρια Θ´ ᾠδῆς τοῦ Πάσχα.

[9] Ἰωάννου Σιναΐτου Κλῖμαξ, Λόγος ΚΗ, α´, Ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου 1986, σελ. 355.

[10] Σοφία Σολομῶντος γ´, 6.

[11] Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συναξαριστής, Τόμ, Α´ , Ἐκδ. Κων. Σπανοῦ, σελ. κβ´.

[12] Ἰωάν. ι´, 16.

[13] Ἰωάν. ι´, 16.

[14] Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος Κστ´, κγ´, Ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου 1986, σελ. 289.

[15] Ἡσαΐας ε´, 20.

[16] Ἰωάν. γ´, 19.

[17] Ματθ. στ´, 28.

[18] Ματθ. στ´, 26.

[19] Ἐφεσ. γ´, 20.

[20] Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα ἀσκητικά, Διδασκ. Ε´ , Ἐκδ. «Ἑτοιμασία», , σελ. 168, Καρέας 1983.

[21] Πράξ. ε´, 29.

[22] Ἑβρ. ια´, 13.

[23] Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, Λόγος Κ´, ΕΠΕ ,Φιλοκαλία 8Α, σ. 310.

[24] Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος.

[25] Μ. Βασιλείου, Ἀσκητικαί Διατάξεις, ΕΠΕ 9, σελ. 478.

[26] Μ. Βασιλείου, Ἀσκητικαί Διατάξεις, ΕΠΕ 9, σελ. 480.

[27] Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, Λόγος Ι´, ΕΠΕ, Φιλοκαλία 8Α, σελ.216.

[28] Λουκᾶ β´, 34.

[29] Α´ Κορινθ. α´, 2324.

[30] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον ἐπιτάφιος, ΕΠΕ, 6, σελ. 178.

Related posts