Select your Top Menu from wp menus

Ο καθηγητής της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης πρότυπο για τον μαθητή

19/10/2002

Ομιλία του Αρχιεπισκόπου στην Ημερίδα εκπαιδευτικών της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, στο Άργος.

Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς,

Τίμιο Πρεσβυτέριο,

Αξιότιμοι άρχοντες της Αγιοτόκου περιοχής της Αργολίδος

Ελλογιμώτατοι κ.κ. καθηγητές,

Με πολλή την εν Κυρίω Ιησού Χριστώ χαρά ευρίσκομαι ανάμεσα σας στην ιστορική αυτή πόλη του /Aργους, δοξασμένη από τους αρχαιοτάτους χρόνους έως και την ηρωική περίοδο της Παλιγγενεσίας και μετέπειτα. Χαίρομαι επίσης, διότι είμαι μεταξύ σύγχρονων δασκάλων του Γένους και συμμετέχω στην Ημερίδα των καθηγητών της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης. Χαίρομαι που μου δίδεται η ευκαιρία να εκδηλώσω την προς εσάς αγάπη και στοργή της Εκκλησίας και της ταπεινότητας μου προσωπικά.

Από της πρώτης ημέρας κατά την οποία, Θεία βουλήσει, άρχισε η διακονία μου εις τον Αποστολικό Αρχιεπισκοπικό Θρόνο των Αθηνών και ανέλαβα το λίαν ευθυνοφόρο υπούργημα του Προκαθημένου της καθ’ Ελλάδα Αγιωτάτης Εκκλησίας, έθεσα μεταξύ των πρώτων μελημάτων της διακονίας μου αυτής την εξύψωση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης. Έτσι μου δίδεται η ευκαιρία από τον Θεό να υλοποιήσω μία σκέψη, που από νέο με διακατέχει, ότι δηλαδή, όσοι είμαστε της Εκκλησίας και κατ’ επέκταση τα παιδιά μας και επομένως και τα παιδιά των Εκκλησιαστικών Σχολών δεν είμαστε παρίες, δεν είμαστε το περιθώριο της κοινωνίας. Αντίθετα, είμαστε το κέντρο και η καρδιά της, είμαστε το αλάτι της, είμαστε η μικρή ζύμη, που όμως χωρίς αυτήν η κοινωνία γίνεται αδύναμη πνευματικά. Εμείς όλοι έχουμε την μεγίστη τιμή και ευθύνη να φέρουμε μέσα μας τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα για την σωτηρία μας Ιησού Χριστό και είμαστε οι συνεχιστές της μακράς και λαμπρής Παράδοσης και του υπέροχου Πολιτισμού των προγόνων μας. Είμαστε ακόμη οι συνεχιστές της πλούσιας πνευματικής κληρονομιάς και του τρόπου ζωής των Αγίων της Πίστεως μας και έχουμε το μοναδικό προνόμιο να είμαστε οικείοι με την Πατερική και την θύραθεν σοφία.

Τον καιρό αυτό Επιτροπή της Εκκλησίας, αποτελούμενη από Σεβ. Μητροπολίτας, Πρεσβυτέρους και λαϊκούς, συζητά με στελέχη του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, υπό τον Γενικό Γραμματέα Θρησκευμάτων, Καθηγητή κ. Ι. Κονιδάρη, την αναβάθμιση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και πιστεύω σύντομα να καταλήξει σε συμπεράσματα και προτάσεις που θα είναι προς την κατεύθυνση αυτή που όλοι θέλουμε επ’ αγαθώ της Εκκλησίας και του πιστού λαού μας. Με τις προτάσεις της εν λόγω Επιτροπής θα διαμορφωθεί νομοσχέδιο, το οποίοι ελπίζουμε ότι θα εισαγάγει ριζικές τομές στο χώρο της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, τομές που θα επιχειρηθούν για πρώτη φορά. Η πρώτη εξ αυτών συνίσταται στην ίδρυση Σχολών Ιερατικών Σπουδών, που θα είναι Λύκεια τριετούς φοιτήσεως με έμφαση στα θεολογικά μαθήματα. Οι μαθητές των σχολείων αυτών θα είναι οικότροφοι, θα καταρτίζονται στην πνευματική ζωή και θα προσλαμβάνουν απαραίτητες για την ανάληψη και άσκηση της μελλοντικής των αποστολής ως ιερέων γνώσεις και εμπειρίες. Η δεύτερη συνίσταται στην ανωτατοποίηση των τεσσάρων Ανωτέρων σήμερα Εκκλησιαστικών Σχολών με εξάμηνα σπουδών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι Σχολές αυτές, που έχουν ονομασθεί Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, θα αποτελούν παραγωγικές Σχολές της Εκκλησίας, η οποία και θα έχει τον πρώτο λόγο στη διοίκησή των. Ο κ. Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων έχει υποσχεθεί ότι με το πέρας των εργασιών της Επιτροπής το νομοσχέδιο θα εισαχθεί προς ψήφιση στη Βουλή. Βεβαίως εκείνο που μας ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να μην αλλοιωθούν βασικές χαρακτηριστικές διατάξεις του νομοσχεδίου, που ορθώς αποδίδουν στην Εκκλησία τα επιβεβλημένα δικαιώματα ουσιαστικής εποπτείας της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως. Και προς την κατεύθυνση αυτή ενεργούν τα μέλη που εκπροσωπούν την Εκκλησία, υποβοηθούμενα – είναι αλήθεια – και από τα άλλα μέλη της πλευράς του Υπουργείου, σε μια κοινή προσπάθεια συγκλίσεως των εκατέρωθεν απόψεων.

Ο καθηγητής της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης
πρότυπο για τον μαθητή

Προτού εισέλθω στο κυρίως θέμα μου, θα μου επιτρέψετε να πω ότι εσείς οι καθηγητές των Εκκλησιαστικών Σχολών παραλαμβάνετε νέους στις ψυχές των οποίων οι γονείς έχουν ενσταλάξει την αγάπη προς τον Κύριό μας. Διότι, πριν από την αγωγή των δασκάλων, μεγίστη σημασία έχει αυτή των γονέων, αλλά και η κληρονομικότητα. Γράφει σχετικά ο Επίσκοπος Αμασείας Αστέριος: ” Όμοιοι τοις γονεύσι γινόμεθα κατά το σώμα αλλά και κατά την ψυχήν, τοις πάθεσι, τοις ήθεσι, ταις διαθέσεσι” (Migne, 40,545). Και όπως γράφουν οι Παροιμίες μόνον οι άφρονες καταφρονούν τη διδαχή των γονέων τους (Παρ. 15,5). Είναι και η προετοιμασία από τους φωτισμένους Πνευματικούς, που έχουν καθοδηγήσει τα παιδιά στο δρόμο του Θεού και έχουν καλλιεργήσει την κλίση και κλήση τους προς την ιερατική διακονία και βεβαίως έχουν εκζητήσει με θερμή προσευχή κι έχουν μεταδώσει σε αυτά με τα Ιερά Μυστήρια την εξ ύψους χάρη και την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αλλά και την πνευματική χαρά της βίωσης των δια της Θείας Ευχαριστίας Εσχάτων.

Αυτές είναι οι ψυχές των παιδιών των οποίων οι καθηγητές της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης θα έχουν την ευθύνη της περαιτέρω καλλιέργειας, ώστε στο μέλλον να αναδειχθούν σε άξιους κληρικούς ή και σε ικανά στελέχη της Εκκλησίας μας. Εμείς ως Ποιμαίνουσα Εκκλησία θεωρούμε ως εξαιρετικά σημαντική τη διακονία τους και αναγνωρίζουμε ότι έχουν επιφορτισθεί με μέγιστη ευθύνη.

Κύριος παράγων της επιτυχίας στο ευθυνοφόρο αυτό έργο είναι οι καθηγητές της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως να είναι πρότυπα για τους μαθητές τους και για να γίνει αυτό πρέπει οι ίδιοι να είναι πρότυπα ζωής. Και εννοούμε τους καθηγητές στην εκκλησιαστική εκπαίδευση όλων των ειδικοτήτων. Μάλιστα θα μπορούσα να πω ότι οι άλλων, πλην της Θεολογίας, επιστημών καθηγητές με τη ζωή και τους λόγους τους ασκούν περισσότερη επίδραση στους μαθητές, γιατί πιο εύκολα μπορούν να περάσουν τα μηνύματα τους με τα μη θεολογικά μαθήματα που διδάσκουν. Πρέπει λοιπόν οι ίδιοι να είναι πρότυπα. Για να μη συμβεί εκείνο που περιγράφει γλαφυρά ο γνωστός λόγος του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου “άλλους ιατρεύειν επιχειρούντες, αυτοί βρύοντες έλκεσι” (Πατερικαί Εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, Γρηγορίου Θεολόγου Έργα, τομ. 1, Λόγος Β’ ” Απολογητικός περί της φυγής εις τον Πόντον ή περί Ιερωσύνης”, Θεσσαλονίκη, 1975, σελ. 90).

 

***

Για να είναι πρότυπα ζωής πρέπει λοιπόν πρώτον να αγωνίζονται κατά των παθών τους και να είναι αγνοί και καθαροί κατά την καρδία. Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης θεωρεί ως σημαντικά προσόντα την καθαρότητα του βίου του δασκάλου και την ικανότητα να επιβάλλεται με τη γνώση και το κύρος του στον μαθητή. Στην επιστολή του προς τον Επίσκοπο Ερμογένη τονίζει σχετικά ότι ” τω διδασκάλω δύο ταύτα προσείναι παντί σθένει νομίζω, την τε βίου καθαρότητα, την τε του λόγου ικανότητα, ην σκιά τις των έργων οριζόμενος, ουκ αν μοι δοκή διαμαρτάνειν της αληθείας, ίνα πη μεν ρυθμίζη τον φοιτητήν, πη δε σωφρονίζη τον απειθή”. Και τονίζοντας το υψηλό υπούργημα του διδασκάλου περαίνει το λόγο του στην εν λόγω επιστολή γράφων για τους αναξίους: ” Οι γαρ μηδ’ εν τοις υπηκόοις οφείλοντες’ τετάχθαι ούτοι επιπηδάν τω διδασκαλικώ θρόνω τολμώσι και του βήματος κρατείν οίονται, οι μηδ’ εαυτών κεκρατηκότες, και άλλων εξηγείσθαι νομίζουσι, οι μηδ’ εαυτών άρξαι δυνηθέντες” ( Migne, τομ. 78, σελ. 937).
Το δεύτερο που θα έλεγα είναι ότι ο καθηγητής πρέπει να έχει ισχυρή προσωπικότητα και να επιβάλλεται με το κύρος και την προσωπικότητα του. Υπάρχουν άριστοι επιστήμονες, που εν τούτοις δεν επιτυγχάνουν ως εκπαιδευτικοί, είτε γιατί δεν έχουν αυτό που ονομάζουμε μεταδοτικότητα, είτε γιατί στην τάξη δεν μπορούν να επιβάλουν την πειθαρχία. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για την μεταδοτικότητα σημειώνει ότι “αξιοθαύμαστος διδάσκαλος δεν είναι αυτός που έκανε σοφούς τους καλούς και ευμαθείς μαθητάς, αλλά εκείνος που έκανε σοφούς τους αμαθείς και καθυστερημένους. Τότε αναδεικνύεται και επαινείται η ευφυία των ηνιόχων, όταν (και) με ακατάλληλους και αγύμναστους ίππους νικήσουν και τους ίππους διασώσουν ” ( “Κλίμαξ”, Εκδ. Imago, Αθήνα 1983, Μετ. Αρχιμ. Ιγνατίου Πουλουπάτη, Λόγος έτερος εις τον Ποιμένα, σελ. 438). Οφείλω να προσθέσω ότι το κύρος αναγνωρίζεται προς εκείνον τον καθηγητή, ο οποίος, πέραν της πειθαρχίας που επιβάλλει, γνωρίζει άριστα το αντικείμενο που διδάσκει. Οι μαθητές έχουν διαίσθηση και κρίση και το αντιλαμβάνονται όταν ο καθηγητής τους είναι ανέτοιμος και αδιάβαστος.
Το τρίτο χαρακτηριστικό του διδασκάλου για να γίνει πρότυπο στον μαθητή του είναι η αγάπη. Αυτό εξ άλλου είναι και το χαρακτηριστικό του Χριστιανού: ” Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις” (Ιωαν. ιγ’ 35). Και ο Απόστολος των Εθνών και ιδρυτής της Εκκλησίας μας αγαπούσε τους μαθητές Του ως στοργικός πατέρας κι αυτοί ανταποδίδοντες την αγάπη ήσαν έτοιμοι να θυσιασθούν για Εκείνον, έως και να αφαιρέσουν τα μάτια τους για να του τα δώσουν, μέχρι σε τόσο μεγάλη αυτοθυσία έφθαναν. Γράφει σχετικά ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ” Δια πάντων την προς τους μαθητάς αγάπην ενδεικνύμενος ( ο Απ. Παύλος) ης ίσον ουδέν….Καθάπερ γαρ πατήρ φιλόπαις μονογενές παιδίον και γνήσιον εφίλει τους πιστούς άπαντας’ διο και έλεγε τις ασθενεί και ουκ ασθενώ; τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι; και γαρ προ των άλλων απάντων τούτο χρη τον διδάσκαλον έχειν…Διό και τους μαθητάς του ούτω προς αυτόν διέθηκεν ως ειπείν ότι { ει δυνατόν τους οφθαλμούς υμών εξορύξαντες αν εδώκατε μοι} (Γαλ. δ’ 15) ” ( Migne, 60, 658). Παράδειγμα και πρότυπο εν Κυρίω Ιησού αγάπης και στοργής προς τους μαθητές είναι ο Άγιος του 20ού αιώνα Νεκτάριος, ο υπηρετήσας ως διευθυντής στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή. Θα σας θυμίσω δύο παραδείγματα της αγάπης του. Το πρώτο. Όταν τσακώθηκαν και αντάλλαξαν βαρύτατες εκφράσεις τέσσερις μαθητές του τους κάλεσε στο γραφείο του και τους είπε κατά τη διήγηση του Σώτου Χονδρόπουλου: ” Αυτά όλα τα οποία εκάματε με λυπούν βαθύτατα. Με αναγκάζουν να τιμωρήσω τον εαυτόν μου εις απεργίαν πείνης”. Και απευθυνόμενος στον παρόντα επίσης παιδονόμο του είπε από της μεσημβρίας εκείνης να ειδοποιήσει τον μάγειρο επί τρεις ημέρες να μην του στέλνει φαγητό. Και στους ατακτήσαντες μαθητές είπε: ” Πηγαίνετε και παρακαλώ μέχρι της μεσημβρίας να έχετε πλήρως συμφιλιωθεί. Διότι άλλως θα συνεχίσω την τιμωρίαν”. Οι Ριζαρείτες απόμειναν άναυδοι. Βγήκαν από το γραφείο ένας – ένας σκυφτοί, κατακίτρινοι, συνεπαρμένοι από φόβο και δέος. Το μεσημέρι και οι τέσσερις δεν φάνηκαν στην τράπεζα, δεν έβαλαν μπουκιά στο στόμα. Κλείστηκαν στις κάμαρες τους και έκλαψαν. Έκλαψαν όσο ποτέ στη ζωή τους. Το επεισόδιο διαδόθηκε από τάξη σε τάξη, έφερε κατάπληξη, συζήτηση, περιέργεια, σεβασμό σε αυτόν τον “δεσποτοκαλόγερο” που αντέστρεψε το φταίξιμο και τιμώρησε τον εαυτόν του…Οι μαθητές ένας – ένας κατέβασαν μέσα τους τις αιχμηρές λόγχες, μάλαξαν τη σκληρία της καρδιάς, έπιασαν σιγά – σιγά να κάμπτονται, να γίνονται διαφορετικοί, να δέχονται την Αγία Χάρη. Το δεύτερο παράδειγμα πάντα από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου ” Ο Άγιος του αιώνα μας” ( Εκδ. 4η, Ιερά Κοινοβιακή Μονή Αγίας Τριάδος Αιγίνης, σελ. 124 κ.ε.). Ο Ριζαρείτης μαθητής Νικόλαος Δ. ήταν ένας δεκαοκτώ χρόνων νέος, άριστος στα μαθήματα και την αγωγή. Μία ημέρα τον είδε ο /Aγιος να κάθεται σε μια γωνιά του δάσους της Σχολής και να είναι συντετριμμένος. Τον ερώτησε τι του συμβαίνει. Εκείνος κοκκίνισε από ντροπή, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει. Ο /Aγιος επέμεινε, του είπε λόγια ενισχυτικά και τον παρότρυνε να του ανοίξει την καρδιά. Και ο νέος το έκανε. Πριν από λίγες ώρες είχε λάβει γράμμα από την ιδιαίτερη πατρίδα του από ένα θείο του που του έλεγε ότι ο μπεκρής πατέρας του παραφρόνησε και η μητριά ξαπόστειλε τις αδελφές του για δούλες στα Γιάννενα. Ο Άγιος τον έπιασε από το χέρι, τον οδήγησε στο Ναό, τον έφερε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας κι έπιασε να κάνει μια λυγμική δέηση. Πόση ώρα κάθισαν εκεί στο εικόνισμα οι δυο τους κανείς δεν έμαθε. ΄Εκλαιγαν και οι δύο σιωπηλά με γοργούς χτύπους στην καρδιά. Την άλλη ημέρα ο Νικόλαος φαινόταν μάλλον ήσυχος. Όμως σε μια εβδομάδα αρρώστησε κι έπεσε στο κρεβάτι με σύγκρυα και πυρετό. Ο γιατρός της Σχολής δεν μπόρεσε τίποτε να κάνει. Το παλικάρι έλιωνε σαν κερί. Αναγκάσθηκαν να το μεταφέρουν στο Νοσοκομείο. Τη βραδιά που θα τον έπαιρνε η άμαξα είπε με αδύναμη φωνή στον Άγιο Νεκτάριο: “Βλέπετε Σεβασμιώτατε ότι το σχέδιο του Θεού είναι να πεθάνω…”. Και ο Άγιος μονολόγησε “αμφιβάλλω” και άρχισε τις ολονύκτιες δεήσεις μπροστά στην Παναγία. Από την προσευχή είχε εξαντληθεί, αλλά συνέχιζε λέγοντας “ασθενεί τις, ασθενώ…”. Στην προσευχή κάλεσε και όλους τους μαθητές της Σχολής και η Κυρία Θεοτόκος έκανε το θαύμα Της και γιατρεύθηκε ο νέος. Ο μαθητής της Σχολής Κωνσταντίνος Σακκόπουλος έγραψε χαρακτηριστικά για τον διευθυντή της ΄Αγιο Νεκτάριο: ” Δύναται να επιφέρει και να καλλιεργήσει εις τας ταλαιπωρημένας καρδίας το σπανίζον άνθος της αγάπης, δια το οποίον ο Χριστός εσταυρώθη” (αυτ. σελ. 129)
Τέταρτο και τελευταίο εφόδιο του διδάσκοντος στις Εκκλησιαστικές Σχολές είναι η επίγνωση του γεγονότος ότι δεν επιτελεί ένα συνηθισμένο επάγγελμα, αλλά ένα ιερό λειτούργημα. Γι’ αυτό, και όπως έγραψε ο παλαιός προκάτοχος της ταπεινότητάς μου στην Αρχιεπισκοπή των Αθηνών και σημαντικός συγγραφέας Μιχαήλ ο Χωνιάτης, η αμοιβή δεν πρέπει να αποτελεί την πρώτη επιδίωξη των διδασκόντων, αλλά από την άλλη πλευρά όσοι συντηρούν τα σχολεία έχουν την υποχρέωση να δημιουργούν τέτοιες συνθήκες σε αυτούς ώστε να είναι απερίσπαστοι στο έργο τους και χωρίς βιοτικές μέριμνες. Έτσι δίδαξε η Εκκλησία μας, έτσι συμπεριφέρθηκαν οι περισσότεροι φιλογενείς Ελληνες – πλούσιοι επιχειρηματίες και μέλη των εσναφίων που συντηρούσαν τα σχολεία. Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα. “Άπαντες οι γέροντες κι επίτροποι του ρουφετίου των Γουναράδων της Κωνσταντινουπόλεως” με επιστολή τους στις 6 Ιουλίου 1792 γνωρίζουν προς τον Μισαήλ δάσκαλο στη Σίφνο ότι “εκρίθη εύλογον παρά τε του Παναγιωτάτου Δεσπότου του Οικουμενικού Πατριάρχου και παρά της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, ίνα απέλθη εις Πάτμον και αναλάβη την φροντίδα της Σχολής ως υποδιδάσκαλος αυτής λόγω γήρατος του διδασκάλου Δανιήλ, εδιορίσθη δε και ο μισθός της ελλογιμότητος του παρά του Παναγιωτάτου Δεσπότου γρόσια τετρακόσια να λαμβάνη κατ’ έτος”. ( Μιχ. Καλλινδέρη, “Αι συντεχνίαι και η Εκκλησία επί τουρκοκρατίας”, Εκκλ. Εκδ. Εθν. 150ετηρίδος, Αθήναι, 1973).
Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, θα ήθελα να παρακαλέσω με όλη τη θέρμη της ψυχής μου εσάς όλους τους καθηγητές της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως, που έχετε την ευθύνη να διαμορφώσετε ελεύθερες συνειδήσεις, αλλά και να καλλιεργήσετε τις ιερατικές κλίσεις των μαθητών σας, να αγωνίζεσθε επί του εαυτού σας με την έντονη μυστηριακή ζωή και την καλλιέργεια της αυτογνωσίας σας. Το λέω αυτό, γιατί στο ειδικό ερωτηματολόγιο που απέστειλε προς τους μαθητές των Εκκλησιαστικών Γυμνασίων και Λυκείων και τους σπουδαστές των Ανωτέρων Εκκλησιαστικών Σχολών η Συνοδική Επιτροπή Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως του Εφημεριακού Κλήρου, στο ερώτημα ” γιατί μερικοί ιεροσπουδαστές εγκαταλείπουν την ιερατική τους κλίση” σπουδαστές και μαθητές απάντησαν, μεταξύ άλλων, ότι η αποχώρηση ορισμένων οφείλεται “στην κακή συμπεριφορά και τις ευτελείς πράξεις αναξιοπρεπών σπουδαστών και ολίγων καθηγητών” και στο ερώτημα για το ποια θεωρούν ως τα έντονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ορισμένοι απάντησαν “τη στάση μερικών καθηγητών που δεν αντελήφθησαν σε ποιο χώρο διδάσκουν”. Νομίζω ότι όλοι σας εκουσίως διδάσκετε στις Εκκλησιαστικές Σχολές και πιστεύω ότι όποιος θεωρεί ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει εντός αυτών εντίμως φερόμενος ζητεί μετάθεση.

Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί Πατέρες, αξιότιμοι άρχοντες της Αργολίδος, αγαπητοί μου,

Ζούμε σε μία πρωτόφαντη περίοδο της πορείας μας ως Γένους. Πρώτη φορά στην ιστορία μας συνδεόμεθα τόσο στενά με τη Δύση, αποτελούντες μάλιστα μικρό μέρος του διαμορφούμενου συνόλου. Οι συνάνθρωποι μας της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης έχουν μια πνευματική κληρονομιά στην οποία κυριάρχησε επί μακρόν ο σχολαστικός και αυγουστίνειος Χριστιανισμός και κατά τους τελευταίους αιώνες ο διαφωτισμός, ως θεοποίηση του ατομικισμού και της λογικής. Η καθ’ ημάς Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τις πολλές και μεγάλες δοκιμασίες που υπέστη κατά τη δεύτερη χιλιετία της μετά Χριστόν εποχής, άντεξε και διατήρησε αμώμητη την Πίστη, όπως την παρέδωσε ο Κύριος στους Αγίους Αποστόλους κι εκείνοι στους διαδόχους τους Επισκόπους και Πατέρες. Εμείς, αντί του ατόμου, έχουμε ως κέντρο τον άνθρωπο ως πρόσωπο και ως σχέση με τον Θεό και τον πλησίον και, αντί της λογικής, προτεραιότητα δίνουμε στην αγάπη, όπως μας την δίδαξε ο Κύριος μας δια της Γεννήσεως, της όλης Του βιοτής, του Σταυρικού Του θανάτου και της Αναστάσεως Του και μας την περιέγραψε ο Απόστολος Παύλος με τον περίφημο και μοναδικό ύμνο της στην προς τους Κορινθίους Πρώτη Επιστολή Του.

Εχομε λοιπόν την ευθύνη αυτή την Πίστη να την παραδώσουμε όπως την παραλάβαμε, παρά τις νέες δοκιμασίες που περνάμε. Και η ευθύνη πέφτει κυρίως στους πνευματικούς ώμους ημών των κληρικών και υμών των διδασκάλων. Αν συσχηματισθούμε με τον αιώνα αυτό, αν συμβιβασθούμε με τον κόσμο κι αν αφομοιωθούμε από άλλους πολιτισμούς και άλλες νοοτροπίες, θα είμαστε οι ίδιοι οι νεκροθάφτες του Ελληνισμού μετά από ζωή 4.000 ετών, θα είμαστε εκείνοι οι οποίοι θα τον μετατρέψουμε από ζωντανή μαρτυρία και πραγματικότητα σε αντικείμενο της Ιστορίας και πεδίο έρευνας των επιστημόνων, κάτι που ισχύει με τους Χετταίους, τους Βαβυλωνίους ή τους Ασσυρίους.

Στο σημείο αυτό, θα μου επιτρέψετε να θυμίσω στην αγάπη σας ότι ο μέγας πολιτικός και πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, συνειδητοποιώντας τη θέση και το ρόλο της Ορθόδοξης Χριστιανικής αγωγής του ελληνικού λαού, μέσα στο γενικότερο εκπαιδευτικό και πολιτικό του έργο σε οδηγίες του προς τους δασκάλους της Επικράτειας, την 10η Οκτωβρίου 1829, τόνιζε: ” θέλετε καταβάλει θεμέλιον της παιδείας εις τας απλάς ψυχάς των παίδων τον φόβον του Θεού, την αρχήν της σοφίας και στοιχειούντες αυτούς εις την αληθινή παιδείαν, την ευσέβειαν, θέλετε διδάσκει την ιεράν κατήχησιν, εκ της οποίας μυούμενοι τα αληθινά του Χριστιανού χρέη, θέλουν διδάσκεσθαι και τα του αγαθού πολίτου καθήκοντα δια της ορθής ηθικής προσαρμοζομένης εις τον ουράνιον νόμον του Ιερού Ευαγγελίου” ( Γεν. Εφημερίδα της Ελλάδος, έτος Δ’, 1829, αριθ. 74, σελ. 299).

Τα λόγια του μακαριστού Κυβερνήτη δεν είναι ιστορία, δεν είναι παρωχημένα, είναι παρακαταθήκη ζωής και αρχές επί των οποίων εξασφαλίζεται η αταλάντευτη πορεία του Γένους. Κι επ’ αυτών των αρχών εύχομαι να βαδίζομε όλοι, ώστε όχι να αφομοιωθούμε, αλλά έχοντες και κατέχοντες την Αλήθεια να την κηρύξουμε “ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων και εις πάντα τα έθνη” (Μαρ. ιγ’ 9-10). Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο διαχρονικός ελληνικός Πολιτισμός ενέπνευσε τον λεγόμενο δυτικό, όπως και όσο ήταν δυνατό να τον προσλάβουν και να τον αφομοιώσουν οι διανοούμενοι της Δυτικής Ευρώπης. Μην εντυπωσιαζόμαστε λοιπόν από αυτό που μας επιστρέφεται παραλλαγμένο. Ακόμη και στην λεγόμενη παρακμή του ο ελληνοχριστιανικός (βυζαντινός) πολιτισμός μετέφερε τα φώτα του στη Δύση και δημιούργησε εκεί την Αναγέννηση. Ο σημαντικός ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν έγραψε ότι από τους Έλληνες λογίους που προσέφυγαν στη Δύση λόγω της επικείμενης ή, εν συνεχεία, λόγω της ίδιας της πτώσης της Κωνσταντινουπόλεως – τέτοιοι ήσαν οι Θεόδωρος ο Γαζαίος, Ανδρέας ο Κάλλιστος, Γεώργιος ο Τραπεζούντιος, Ιωάννης Αργυρόπουλος, Μιχαήλ Αποστόλης, ο Βησσαρίων, ο Ηπειρώτης Νικόλαος Λαόνικος Θωμαίος και πολλοί άλλοι ακόμη – “έμαθαν στο μέγιστο μέρος τη φιλοσοφία τους οι άνθρωποι της Αναγέννησης” (Στ. Ράνσιμαν ” Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση”, Εκδ. Δόμος, Αθήναι, 1980, σελ 111-112).

Και ο καθηγητής Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος σημειώνει ότι “κατά την εποχή που συντελέσθηκε η αλληλεπίδραση των δύο κοινωνιών, στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, γύρω στο 1600, τα αρχαία ελληνικά γράμματα είχαν διαδοθεί με πλήρη επιτυχία μέσα σε ολόκληρο σχεδόν το δυτικό κόσμο. Και στην τελευταία αυτή μείζονα φάση της δυτικής αποδοχής της κλασικής ελληνικής παιδείας και της δημιουργικότητας του Βυζαντίου οι διανοούμενοι Βυζαντινοί που είχαν φύγει εξόριστοι, παρ’ ότι μακριά από την πατρίδα τους, έπαιξαν τον σημαντικότατο ρόλο” ( Κων. Γιαννακόπουλου “Βυζάντιο και Δύση”, Βιβλ. της “Εστίας”, Αθήναι, 1985, σελ. 427-428). Και οι Έλληνες του Βυζαντίου εδίδαξαν όχι μόνο Φιλοσοφία, αλλά και την Ιατρική και τις άλλες επιστήμες, και τη Διοίκηση και το Δίκαιο. Ήρθε η παρακμή λόγω της τουρκοκρατίας και μετά την Απελευθέρωση μας δεν έχομε ακόμη αποκτήσει την αυτογνωσία μας. Ήρθε λοιπόν η ώρα. Ήρθε η ώρα, χωρίς οποιοδήποτε σύμπλεγμα, να κάνουμε αισθητή την πνευματική παρουσία μας στην Ενωμένη Ευρώπη του 21ου αιώνα. Ήρθε η ώρα να φανούμε αντάξιοι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, ήρθε η ώρα να ανταποκριθούμε θετικά στην πρόσκληση – πρόκληση της Ιστορίας μας.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε, σας ευλογώ όλους και σας εύχομαι κάθε καλό στη ζωή σας, την προσωπική, την οικογενειακή και την εκπαιδευτική. Ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός να είναι πάντοτε μαζί σας

Related posts