Select your Top Menu from wp menus

ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΟΛΛΑ – Επιμνημόσυνος Ομιλία

ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΣ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΕΤΗΣΙΟΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ,

τοῦ ἀπὸ Δημητριάδος.

 

Του Αρχιμ. Αθανασίου Κολλά, Ιεροκήρυκος

 

(Μητροπολιτικὸς Ἱερὸς Ναὸς Ἁγίου Νικόλαου Βόλου, 28-1-09)

 

Σεβασμιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Πανοσιολογιότατοι, αἰδεσιμολογιώτατοι, καὶ ἱερολογιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Ἀξιότιμοι πολιτικοί, Δημοτικοί, Στρατιωτικοὶ καὶ λοιποὶ Ἄρχοντες, Φιλόθεος καὶ φιλόσιος χορεία τῶν Μοναχῶν,

 

Εὐσεβὲς καὶ φιλόχριστον πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

 

Καθῆκον ἱερόν μας συνήγαγε σήμερον «ἐπί τῷ αὐτῷ» εἰς τὸν περικαλλῆ καὶ πάνσεπτον τοῦτον ἱερὸν Ναόν, διὰ νὰ ἀναπέμψωμεν δέησιν, ἐκ μέσης καρδιᾶς, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον καὶ ἐλεήμονα Τριαδικὸν ζῶντα Θεόν, ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπίσκοπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυροῦ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε Πατὴρ καὶ Ποιμεναρχῆς τῆς ἱερᾶς ἠμων Μητροπόλεως ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὴν πρὸς Κύριον ἐκδημίαν αὐτοῦ.

Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος ὑπῆρξε μία φωτισμένη καὶ πολυτάλαντος προσωπικότης, στολισμένη ἀπὸ τὸν Δωρεοδοτην Θεὸν μὲ πολλὰ χαρίσματα. Ἡ παρουσία τοῦ εἰς τὴν καθ’ ὅλου Ἐκκλησιαστικὴν ζωὴν ἐθεσεν ἀνεξιτηλον τὴν σφραγίδα τῆς εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τᾶς ἀρχὰς τοῦ 21ου αἰῶνος. Ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος διέθετε ὀξύνοιαν, ὀξυδέρκειαν, εὐστροφίαν, ἐπιμέλειαν, ἐργατικότητα, μεθοδικότητα, μόρφωσιν, ρητορικὴν δεινότητα καὶ στομυλιαν, ἡγετικὴν ἱκανότητα, ἀγωνιστικότητα, θεῖον ζῆλον, ἀπαράμιλλον θάρρος καὶ τολμην, καλλιφωνίαν καὶ μουσικὴν παιδείαν. Παρ’ αὐτά) ἐπέτρεχε  παιδεία λιπαρὰ καὶ ἀμφιλαφης καὶ ἐπανθουσε σύνεσις, διάκρισις καὶ εὐμένεια.

Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος, πέραν πάσης μικρότητος καὶ μικροψυχίας, εἰς ἠμας τὰ τέκνα τοῦ «ἐλιπεν ἀγαθὸν μεταμελον» (Πάρ.11,3). Ἀνεδειχθη πρότυπον ἱερατικῆς αὐτοσυνειδησίας· ὑπόδειγμα ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας· πολύκαρπον στέλεχος ὀρθόδοξου θεολογικῆς καὶ θύραθεν παιδείας· ἐμπνευστὴς τῆς πίστεως· πολέμιος σφοδρὸς αἱρετικῶν, ἀθειστικων, εἰδωλολατρικῶν, νεοεποχικων καὶ παραθρησκευτικων πλανῶν ἱερουργὸς τοῦ Θείου Λόγου· λειτουργὸς εὐλαβεστατος· ζητητὴς τῆς αἰώνιου Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ· ψυχὴ φιλάνθρωπος, φιλότεχνος καὶ εὐαίσθητος· μεγαλόπνοος καὶ συνετὸς ὁραματιστὴς καὶ ἀνανεωτής· ποιμὴν φιλεύσπλαχνος· ἔνθερμος ζηλωτής· φιλόστοργος πατὴρ τῆς νεότητος καὶ παντὸς δοκιμαζόμενου ἀνθρώπου, ἀνεξαρτητως χρώματος, φύλου, θρησκείας καὶ ἐθνότητος· ἀρρωγος τῶν κατατρεγμένων ἄνθρωπος ἀγάπης, εὐθύνης καὶ καθήκοντος εὐαγγελικοῦ.

Ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ἕνας ἀληθὴς καὶ ἔνθερμος Ρωμηός. Τὸν συνεῖχε καὶ ἐπαλλε εἰς τὴν ὕπαρξίν του ἡ Ρωμηοσύνη, ὁ ἑλληνορθόδοξος πολιτισμός, ἡ πολιτισμικὴ παράδοσις τοῦ τόπου, καὶ ἐβάδισε μὲ συνέπειαν, αὐταπάρνησιν καὶ καρτερίαν εἰς τὰ εὔχυμα, εὐώδη καὶ χαριέστατα μονοπάτια της. Τὸν διέκρινε μεγάλη καὶ φλογερὴ ἀγάπη διὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα. Διο καὶ ἐπρομαχοῦσε και ἵστατο γενναῖος διὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια της Ἐκκλησίας καὶ τῆς πατρίδος, διαβλέπων, ὡς σοφὸς καὶ συνετὸς ἡγέτης, τὸν κίνδυνον ἀπώλειας ταυτότητος εἰς τὴν σύγχρονον ἑλληνικὴν κοινωνίαν, κρούων, εὐκαίρως ἀκαίρως, τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, διὰ λογοὺ καὶ συγγράφης. Δι’ αὐτὸν ἴσχυε ἀπολύτως, ὡς ἀπαράβατος κανών, ὁ λόγος τοῦ Μεγάλου Βασίλειου, ὅτι ὁ Κληρικὸς καὶ δὴ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἔρεισμα πατρίδος, Ἐκκλησίας κόσμος, στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀλήθειας, στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, οἰκείοις ἀσφάλεια, δυσμαχότατος τοὶς ὑπεναντίοις, φύλαξ πατρώων θεσμῶν, νεωτεροποιίας ἐχθρός»  (Ρ.0.32,305).

Ὁ πλοῦτος καὶ ἡ δαψιλεία τῶν χαρισμάτων καὶ τοῦ περιεχομένου τῆς λαμπρῆς προσωπικότητος τοῦ ἀλήστου μνήμης Ἀρχιεπίσκοπου ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ἡ ἐργατικότης, ὁ ἄοκνος καὶ φιλόπονος ζῆλος τοῦ διὰ  τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν πατρίδα, τὴν νεότητα καὶ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι ἀποθησαυρισμένα εἰς τὰ γραπτά του, ὁ ὄγκος καὶ ἡ πολυμέρεια τῶν ὁποίων προκαλεί μείζονα θαυμασμόν. Οἱ εἰσηγήσεις τοῦ ἐπὶ πολλῶν θεμάτων καὶ τομέων τοῦ ἐπιστητοῦ, ἐκτὸς τῶν καθαρῶς θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν, ἡ τακτικὴ ἀρθρογραφία τοῦ εἰς Ἐκκλησιαστικὰ ἔντυπα καὶ εἰς τὸν τύπον ἦταν ἐμπεριστατωμεναν Διερωτᾶται κανείς, πού εὕρισκε τὸν χρόνον ὁ ἀκάματος αὐτὸς ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τᾶς τόσας εὐθύνας καὶ ἀπαιτήσεις τοῦ ὑψηλοῦ λειτουργήματός του; Ἀλλά, εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ φῶς τοῦ προσωπικοῦ γραφείου τοῦ εἰς τὴν ἱερὰν Μητρόπολιν τοῦ Βόλου καὶ εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν τῶν Ἀθηνῶν ἔσβηνε τᾶς πρώτας πρωινάς ὥρας. Ὁ μακαριστὸς ἔκαμνε τὴν νυκτὰ ἡμέραν, δὲν ἔδιδε «ὕπνον τοὶς ὀφθαλμοίς του καὶ τοὶς βλεφάροις τοῦ νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοὶς κροτάφοις του» καὶ τὰ δάκτυλα τῆς δεξιᾶς χειρὸς τοῦ ἦταν βαθουλωμένα καὶ σκληρὰ ἀπὸ τὸν στυλογράφον.  (Ψαλμ. 131,3).

Ὁ λόγος τοῦ ἀείμνηστου Ἀρχιεπίσκοπου ἠχοῦσε ὡς «σάλπιγξ ἐγερτήριος της ἀλήθειας» τοῦ θεματοφύλακος τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὅσιών της πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, ἡ ὁποία ἐκαλουσε πάντοτε εἰς ἐγρήγορσιν καὶ ἀγωνι- στικοτητα. Ὀνομαστὰ καὶ θαυμαστὰ ἦταν τὰ ἐορτια μηνύματα τοῦ πρὸς τὸν Κλῆρον καὶ τὸν Λαόν, εἰς τὰ ὅποια ἀποθησαυριξε τᾶς ὑποθηκάς του. «Ἐπιληψει μὲ διηγούμενον ὁ χρόνος» περὶ αὐτῶν (Ἑβρ. 11,32). Διὰ νὰ αἵ- σθανθωμεν τὸν παλμὸν καὶ τὴν αὔραν τοῦ λόγου του καὶ τὴν λαμπραν καὶ γλαφυραν ρητορειάν τοῦ, ἐπιλέγω ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ δυὸ τελευταῖα μηνύματά του, τῶν Χριστουγέννων τοῦ 2007 καὶ τοῦ νέου ἔτους 2008, τὰ ὁποία ἐγραψεν, ὅταν, τελευταῖον, ἐπανελθων ἐξ Ἀμερικῆς μετὰ τὴν περιπέτειαν τῆς ὑγείας του καὶ ἔχων ἐπίγνωσιν τοῦ τέλους τῆς ἐπίγειου ζωῆς του, ἀνελαβεν ἐπ’ ὀλίγον τὸν Ἀρχιεπισκοπικὸν θρόνον, ὡς ἀστὴρ φαεινὸς ἀλλ’ ἐσπέριος.

Εἰς τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων γράφει:

Ἀγαπητά μου παιδιά,

«Ἐτεχθη ὑμιν σήμερον Σωτήρ». Τὴ φράση αὐτή, ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Ἄγγελος πρὸς τοὺς ποιμένας τῆς Βηθλεέμ τὸ βραδύ της Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ… ἡ Ἐκκλησία δὲν κουράζεται νὰ τὴν ἐπαναλαμβάνει καὶ σήμερα, καλώντας ὅλους ἐμᾶς, ἀνθρώπους τοῦ 21ου αἰώνα, νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Σωτήρα μας, ἐκεῖ στὸ στάβλο τῆς Βηθλεέμ, Θεὸ σαρκωμενο ἀπὸ ἀγάπη, στὶς καρδιές μας, στὰ σπίτια μας, στὶς πόλεις μας, στὶς πατρίδες μας. Παντοῦ.

Βέβαια, ἡ φράση αὐτὴ ἀπευθύνεται σήμερα σὲ ἕναν ἀλαζόνα καὶ ἐπηρμένον ἀπὸ τὶς τεχνολογικές του κατακτήσεις ἄνθρωπο, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐξέθρεψε ὁ 20ος αἰώνας καὶ προβάλλει ὁ 21ος. Τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀφθονίας τῶν μέσων, τῶν ἐπιτυχιῶν τῆς ἐπιστήμης του, ἀλλὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ἀτροφίας, τοῦ ἐσωτερικοῦ κενοῦ, καὶ τῆς ἔλλειψης κοινωνουμένης ἐμπειρίας, ποὺ ἀπαιτεῖ λογικὰ ἐρείσματα σὲ θέματα πίστεως. Ὁ ἄνθρωπος σήμερα μοιάζει νὰ εἶναι ἀποστεωμένος ἀπὸ ἐμπνεύση, ἀπὸ ἐλπίδα, αἰχμάλωτος τῶν κατακτήσεών του, θύμα τῆς προόδου του, φορτωμένος μὲ ἀπέλπιδα προοπτικὴ γιὰ τὸ μέλλον του.

Σὰν ἐγερτήριο σάλπισμα ἀκούεται καὶ πάλι σήμερα ἡ φράση τοῦ Ἀγγέλου. Εἶναι σὰν νὰ κάλει τὸν ἄνθρωπο τοῦ 21ου αἰώνα νὰ ξυπνήσει ἀπὸ τὸ λήθαργό της χρησιμοθηρικῆς ὑλοφροσυνης καὶ τὴν κραιπάλη τῆς πλασματικῆς αὐτάρκειάς του. «Ξύπνα ἄνθρωπε τοῦ 21ου αἰώνα». Ὁ Σωτήρας προκάλει ἀλλὰ καὶ προσκάλει τὸν καθένα μας νὰ ἀναθεωρήσει τὴν πορεία του, νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἐλευθερία του, νὰ ξαναδεῖ τὸ φάσμα τῆς ζωῆς του, μέσα ἀπὸ τὸ λαμπρὸ φῶς τῆς Ἀλήθειάς Του.

«Ξύπνα ἄνθρωπε τοῦ 21ου αἰώνα». Τὰ ἐπιτεύγματά σου σὲ ἀπεκοίμησαν καὶ νόμισες ὅτι κατέκτησες τὸν κόσμο. Εὐτέλισες καὶ αὐτὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Τὰ θεώρησες μύθους καὶ θρύλους ποὺ τρέφουν τὴ φαντασία τῶν μικρῶν παιδιῶν, χωρὶς ἀντικρυσμα στὴν προσωπικὴ ὑπαρκτικὴ ὀντότητά σου. Κύτταξε ὅμως γύρω σου. Πόλεμοι ἀδελφοκτόνοι, πείνα καὶ ἀσθένειες γιὰ τοὺς ἀδύνατους, καταπάτηση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, διαφθορά, σκάνδαλα, διάσπαση τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἀπουσία ἀγάπης, κυριαρχία τῶν συμφερόντων. Ἕνα τέτοιο κόσμο ἑτοίμασες γιὰ τὰ παιδιά σου. Δὲν ἀπέλειπαν βέβαια νησίδες ἐλπίδας. Εἶναι ὅμως τραγικὰ ὀλίγες, ἐπιδεικτικὰ ἀνεπαρκεῖς.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι μύθος, οὔτε φολκλορικὸ παιχνίδι… Εἶναι ὁ Θεός, ἐλπίδα ἐλευθέριάς του ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ μοίρα τῆς θνητότητας, ἐγγύηση ἀθανασίας, ἐξασφάλιση σχέσης μὲ τὸ Θεό, ἀληθινὴ σωτηρία.

Καλὰ Χριστούγεννα – Χρόνια πολλά.

Εἰς τὸ μήνυμα τῆς Πρωτοχρονιᾶς, τὸ κύκνειον ἄσμα του, γράφει:

Ἀγαπητά μου παιδιά,

Ἂν ὑπάρχει κάτι στὴ ζωή μας ποὺ δὲν τιθασσευεται, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀέναη κίνηση τοῦ χρόνου. Τὸ σήμερα γίνεται χθές, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, καὶ τὸ αὔριο σήμερα καὶ χθές. Κι’ ἐμεῖς παρασυρομεθα πρὸς τὸ τέρμα τῆς πορείας μας, χωρὶς ἀναστρέψιμη ἐλπίδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα τῶν θνητῶν. Κι’ ἀλλοιμονο σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμη βρὴ τὴν ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τοϋ θανάτου. Τὴν ἀπάντηση τὴ δίνει μόνον ἡ χριστιανικὴ πίστη.

Ἡ ἱστορία γεννᾶ τὰ γεγονότα. Κι’ ἐμεῖς συμπράττουμε σ’ αὐτό, ἄλλοι γιὰ τὸ κάλο κι’ ἄλλοι γιὰ τὸ κακό. Ἡ ἐλευθερία μας εἶναι τὸ κριτήριο τῆς εὐθύνης μας. Μακάριοι οἱ ἔχοντες προοπτικὴν αἰωνιότητας στὴ ζωή τους. Ἀλλοιῶς εἶναι σάρκες, ἔκδοτοι σὲ πάθη ἀτιμίας, πρόθυμοι γιὰ κάθε τί ποὺ εὐτελίζει τὴν ὕπαρξή μας. Ὁ κόσμος θὰ ἦταν διαφορετικὸς ἂν κάθε ἄνθρωπος θυμόταν τὴ θεία καταγωγή του καὶ εὐθυγράμμιζε τὴ ζωή του μὲ τὶς ἀρχὲς ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτήν. Δυστυχῶς, ὅμως, δὲν συμβαίνει.

Κάθε πρωτοχρονιὰ εἶναι συμβατὴ ἀφετηρία μίας νέας προσπάθειας. Κανεὶς ἀσφαλῶς δὲν θέλει νὰ ζῆ σ’ ἕναν κόσμο παρακμῆς, ἀντιφάσεων, ἀλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, ἀδικίας, ἀμοραλισμοῦ. Ἡ κατάσταση δὲν ἀλλάζει μαγικὰ καὶ μηχανικά. Χρειάζονται νὰ πολλαπλασιασθοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ κάνουν Ἀντίσταση. Ποῦ παραμένουν πιστοὶ στὶς παραδόσεις μας, στὶς ἀξίες μας, στὴν ἱστορία μας καὶ στοὺς ἀγῶνες μας. Οἱ ἀναθεωρητὲς πολὺ κακὴ συγκυρία ἐπέλεξαν, γιὰ νὰ γκρεμίσουν ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν Ἑλλήνων τὰ κάστρα τῶν θυσιῶν.

Σταθῆτε ὅλοι ὄρθιοι στὶς ἐπάλξεις σας καὶ μὴ ξεπουλήσετε τὰ πρωτοτόκιά μας. Διδάξτε στὰ παιδιά σας τὴν ἀλήθεια, ὅπως τὴν ἐβίωσαν οἱ ἀείμνηστοι πατέρες μας. Ὁ λαός μας ξέρει νὰ ὑπερασπίζεται τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια του. Τὸ ἔχει κατ’ ἐπανάληψιν ἀποδείξει. Καὶ θὰ τὸ ἀποδείξει καὶ πάλι. Ἀντίσταση καὶ Ἀνακάμψη. Γιὰ νὰ ξαναβροῦμε ὅ,τι ἔχουμε χάσει, γιὰ νὰ ὑπερασπισθοῦμε ὅ,τι κινδυνεύει.

Εὐλογημένο τὸ 2008 – Χρόνια πολλά.

Μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ εὐχὲς

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος

Ὁ Ἀθηνῶν  Χριστόδουλος

 

Ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος ἠγαπησε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ὑπηρέτησε μὲ ὀλας τοῦ τᾶς δυνάμεις, προκινδυνευων ὑπὲρ αὐτοῦ, στηρίζων παντοιοτρόπως μὲ τὸν λόγον καὶ τὴν γραφίδα τοῦ τὰ οὐσιώδη καὶ μεγάλα της ζωῆς του: τὴν ἱστορίαν, τὴν γλώσσαν, τὴν ταυτότητα, τὴν αὐτοσυνειδησίαν του, τοὺς ἀγώνας, τὴν ψυχήν του. Εἰς τὴν ἔπαλξιν αὐτὴν ἀγωνιζόμενος, παντί σθένει, ἦλθεν εἰς ἀντιπαράθεσιν μὲ ἀντίθετους. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν Διαθήκην τοῦ τῆς 3ης Νοεμβρίου 1989 γράφει ἐπ’ αὐτοῦ τὰ ἑξῆς: «…Τὸ καθῆκον μὲ ἔφερε συχνὰ εἰς ἀντιδικίαν καὶ ρῆξιν μὲ διάφορους ἀνθρώπους, ἐκφραστάς ἰδεῶν καὶ ἀπόψεων ἐλεγκτέων. Δὲν μισῶ, οὔτε μνησικακῶ διὰ τοὺς ἐπικριτᾶς μου ή τοὺς πολεμήσαντάς μέ… Εἰς τοὺς ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἀγώνας μου ὑπῆρξα ἐνίοτε σκληρός, ἀλλ’ οὐδέποτε ἄδικος. Δὲν μισῶ κανέναν, ὅλους τους ἀγαπῶ καὶ δι’ ὅλους προσεύχομαι… Παρακαλῶ τὸν λαόν μας νὰ ἀποβάλη τὶς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας προκαταλήψεις του. Παρακαλῶ τοὺς γονεῖς νὰ ὁδηγοῦν τὰ παιδιὰ τοὺς εἰς τὸν Χριστόν. Παρακαλῶ καὶ ἐξορκίζω τοὺς νέους νὰ βιώσουν τὴν εὐτυχίαν κοντὰ εἰς τὴν πίστιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

Τὸ ὅραμα τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπίσκοπου διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἦταν νὰ εἶναι μία ζῶσα μαρτυρία Χριστοῦ καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ ζοῦν καὶ νὰ εὐημεροῦν μεταξὺ τῶν ἄλλων Ἐθνῶν καὶ λαῶν εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον μὲ ἀξιοπρέπειαν καὶ αὐτογνωσιαν, ἀμιλλόμενοι καὶ διακρινόμενοι εἰς ἔργα εἰρήνης, προόδου, πολιτισμοῦ, χωρὶς νὰ ὑποτιμοῦν τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ παραιτοῦνται τῶν πνευματικῶν καὶ ἱστορικῶν τοὺς δίκαιων. Αὐτὴν τὴν πνευματικὴν περιουσίαν τοῦ Ἔθνους, ἡ ὁποία ἀποτέλει τὸν ἅφθιτον θησαυρὸν καὶ τὸ πάγκαλον κόσμημα τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων ὑπερασπίσθη μὲ πάθος, αὐταπάρνησιν, γενναιότητα καὶ αὐτοθυσίαν. Ἀπεδείχθη ἄξιος καὶ εὐκλεής της πατρίδος ἀνήρ, ἀμυντωρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ διδάσκαλος, καταφωτίσας τὸν ὀρθόδοξον λαὸν τὴ λαμπρότητι τῶν λόγων καὶ τῶν συγγραφῶν του, ἀληθὴς καὶ ἄξιος κράντωρ (κυβερνήτης, ἡγεμών).

Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος «ἐκοιμηθη ἐν πίστει» εἰς τὸν Θεάνθρωπον Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν νικητή, τοῦ θανάτου, τὸν ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς καὶ χορηγόν της ἀναστάσεως, «προσδοκῶν ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» δι’ Αὐτοῦ, ὁ Ὁποῖος «θανάτω θάνατον σκυλεύσας ἔδειξεν ἔγερσιν ὡς Θεός». Ὁ Κύριος εἰπεν: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κὰν ἀποθάνη ζήσεται. Ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11,25). Εἰς εἰσήγησίν του, σχετικῶς μὲ «τὸ μυστήριον τοῦ θανάτου» εἰς τὸ ἐν Βόλῳ συγκληθὲν Θ’ πανελλήνιον Λειτουργικὸν Συμπόσιον, τὴν 9ην- 11ου 2007, ἐκφράζων καὶ ὁμολογῶν τὴν πίστιν του, γράφει τὰ ἑξῆς: «Οἱ συνταφέντες μὲ τὸν Χριστὸν διὰ τοῦ βαπτίσματος γευόμεθα τὸν θάνατον μόνον ὡς προσωρινὴν κατάστασιν, ὡς ἕνα μικρὸν ὕπνον μέχρι τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, ὁπότε καὶ ἔχομε δεδομένας ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸ ἀψευδὲς ἅγιον στόμα Του, ὅτι θὰ ἀξιωθοῦμε ἀθανάτου καὶ ἀτελευτήτου ζωῆς σὺν Αὐτῶ».  (Περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» τ. 10,σελ. 843,2007).

Ἡ πολύκαρπος καὶ καλλικαρπος διακονία καὶ προσφορὰ τοῦ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ἄμετρος ἀγάπη, ἡ ἀνεξικακία, ἡ παιδικὴ ἁπλότης, ἡ συγγνώμη πρὸς ὅλους, ἡ ὑπομονὴ εἰς τὴν δοκιμασίαν, τὸ ἀγόγγυστον εἰς τᾶς θλίψεις, ἡ θερμὴ πίστις καὶ ἀγάπη εἰς τὸν Κύριον ἦταν ὁ πνευματικὸς στολισμὸς καὶ τὸ «ἔνδυμα» τῆς ψυχῆς του, μὲ τὰ ὁποία «ἐπορεύθη πρὸς τὸν Κύριον», «θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας Του» καὶ «τὴν ἀποκειμένην ἠμὶν ἐλπίδα ἐν τοίς οὐρανοὶς» (Κόλ.1,5), «τὴν ἠτοιμασμένην παρ’ Αὐτοῦ Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, διὰ τοὺς ἀγαπήσαντες Αὐτόν» (Ματθ. 25,34), ἡ ὁποία, κατὰ τὸν θεόπνευστον ὅσιον Μᾶρκον τὸν Ἀσκητὴν «δὲν εἶναι μισθὸς ἔργον, ἀλλὰ δῶρον Θεοῦ πιστοὶς δούλοις  ἠτοιμασμένη» (Φιλοκαλία). Ὁ θάνατος διὰ τὴν πιστὴν εἶναι «ἀποδημία ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημία πρὸς τὸν Θεάνθρωπον Κύριον* εἶναι μετάστασις ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα καὶ ἀνάπαυσις καὶ χαρά» (Κύριλλος Ἱεροσολύμων)· «εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους, ἑνὸς τέλους δίχως τέλος» (Ι.Αὐγουστίνος)· εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς αἰώνιου καὶ εὐφρόσυνου ζωῆς σύν Χριστῷ), μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων.

Ὁ σοφὸς Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ὅσιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης διδάσκει, ὅτι «ἡ τῶν φιλαρέτων ἀνδρῶν κοίμησις, τελευτὴ μὲν ἐστί τῶν λυπηρῶν, ἀρχὴ δὲ τῶν ἀγαθῶν. Τὸ γὰρ τῶν ἄθλων πέρας, ἄρχῃ τῶν στεφανῶν καθεστηκεν» (Ρ.G.78,577 C).Ὁ Κύριος, ἐν τῇ ἀνεικάστη Αὐτοῦ  πατρικὴ ἀγάπη «ἐπειρασεν» τὸν δούλον Του. Ἐπέτρεψε τὴν μεγάλην δοκιμασίαν τῆς ὑγείας του καὶ μέσω αὐτῆς ἄγνισε καὶ ἐκάθαρε τὴν ψυχὴν τοῦ «ἐν καμίνῳ πτωχείας» (Ἤσ.48,10). Ἀλλά, «τοὶς εὖ φρονουσιν,  πληγῆ παίδευμα· (παιδαγωγία), ψυχὴ κάμνουσα ἐγγὺς ἐστί τοῦ Θεοῦ» λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος (P.G. 36,565 B). Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἐγνώριζε τὸ βάθος τῆς ἀγάπης τῆς θείας παιδαγωγίας καὶ ἐβίωνε τᾶς φαιδρᾶς διαστάσεις αὐτῆς, κατὰ τὸν λόγον τοῦ θεοσόφου καὶ οὐρανοφάντορος Μεγάλου Βασίλειου: «Μὴ περιεργάζου τοῦ Δεσπότου τὴν κρίσιν. Ἀγάπα μόνον τὰ παρὰ τῆς αὐτοῦ σοφίας οἰκονομούμενα. Ὅπερ ἂν δῶ σοί, τοῦτο δέχου μεθ’ ἡδονῆς». (Ρ.G.31,564Β)

Εὐχομεθα, ἐκ μύχιων καρδίας, ὡς τέκνα αὐτοῦ πνευματικά, ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Κύριος νὰ ἐλεήση, ὡς «ἐλεήμων Θεός» τὸν πιστὸν δοῦλον καὶ ἐργάτην τοῦ Ἀμπελῶνος Του καὶ νὰ χαρίση εἰς τὸν ἀοίδιμον «τὸν στέφανον τῆς ζωῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης»  (Απ.2,18), παρορων αὐτοῦ «πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιον τὲ καὶ ἀκούσιον» καὶ νὰ τὸν «δείξη πολίτην τῆς οὐρανίου βασιλείας Αὐτοῦ», διὰ νὰ ζήση «σὺν Αὐτῶ», μετὰ τῆς κύριας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, «εἰς τὴν ἀξιέραστον ἀληθῶς καὶ ἁγίαν γῆν τῆς ἄνω μονῆς, τὴν ἐν οὐρανῶ  καλλίπολιν» (Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ρ.0.69,673Β), εἰς τὴν «οὐράνιον Ἱερουσαλήμ», εἰς «τὴν μέλλουσαν πόλιν, ἢν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ.13,14) καὶ νὰ ἀπολευῃ «ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοὶς ἀγαπώσιν Αὐτὸν βραβεῖα καὶ στέφῃ τὰ οὐράνια», ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι» (Ἀ’Κόρ.2,9). «Ἐν χειρί Θεοῦ τὰ ἡμέτερα καὶ οὐδὲν ἀθεεί γίνεται» (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).

Εἰς ἡμὰς τοὺς «περιλειπομένους» καὶ δακεθυμοῦντας (Α’Θεσ.4,17) μένει να ἐνθυμούμεθα τὸ παράδειγμα καὶ τάς ὑποθήκας τοῦ λαμπροῦ καὶ ἀξιεράστου πνευματικοῦ μας πατρὸς καὶ να μιμούμεθα τὴν θερμουργόν πίστιν τοῦ, κατὰ τὸν λόγον τοῦ μέγιστου Ἀποστόλου Παύλου: «Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Ἑβρ.13,7). Εἰς τὸν αἰπομήτην (ὑψηλόφρονα) καὶ γεννάδα (ἄνθρωπον ἀνωτερον) Ἀρχιεπίσκοπον ἁρμόζει, ἀναλογικῶς, τὸ διὰ τὸν ἅγιον Γρηγόριον τὸν Θεολόγον γραφὲν στιχούργημα,  παρηλλαγμένον πως:

«Ὡς ἄλλος ἀστὴρ ἀπλανὴς σελασφορος πρὸς τὴν ἐνδὸν τῆς Ἐκκλησίας φωταυγιαν ἡμᾶς ἐπορθμευσας μυσταγωγίαις, πάτερ Χριστοδουλε, εὔλαλον πανηστον στόμα».

 

Τοῦ ἀειμνήστου, ἀοιδίμου καὶ μακαριστοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ ποιμεναρχου ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, αἰώνια ἡ μνήμη.

 

 

Related posts