Select your Top Menu from wp menus

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ – Ένας χρόνος χωρίς Χριστόδουλο

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ

 Του Αρχιμ. Επιφανίου Οικονόμου

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008. 08.20 π.μ.

 

            Η βαριά καγκελόπορτα ανοίγει διάπλατα. Εξέρχεται ήρεμος, γαλήνιος, πράος.

            Η Εκκλησία περιμένει να τον χαιρετήσει.

            Η Πολιτεία να τον τιμήσει.

            Ο λαός να τον ευχαριστήσει.

            Ο Χριστός τον έχει ήδη υποδεχθεί.

            Ο ήχος του γραπτού μηνύματος ηχεί στο τηλέφωνό μου: «τον πηγαίνεις στον Παράδεισο». Μα είναι ήδη στον Παράδεισο! Μόλις εξήλθε από τον λάκκο των λεόντων. Νικητής!

 

Ο χρόνος κύλησε γοργά και η 28η Ιανουαρίου του 2009 φέρνει και πάλι στο νου μνήμες και εμπειρίες ζωής, θύμισες και αναμνήσεις ανεξίτηλα χαραγμένες στη σκέψη, συνδεδεμένες με το πρόσωπο εκείνου που έφυγε νωρίς και πέρασε στην ιστορία ως ο Αρχιεπίσκοπος της αγάπης, της ευθύνης, της ρήξης, της συνέπειας σε αρχές και ιδέες. Ο Αρχιεπίσκοπος των αγώνων για μια ζωντανή Εκκλησία και μια αξιοπρεπή Ελλάδα.

Ο μακαριστός Χριστόδουλος υπήρξε ένας κοινός άνθρωπος, ως προς τις αδυναμίες και τα ελαττώματα. Τα είχε εντοπίσει μέσα του και πάλευε διαρκώς για να τα νικήσει, να τα περιορίσει, να τα ξεπεράσει. Άλλωστε, αυτός είναι και ο αγώνας, η διαρκής πάλη του γνήσιου Χριστιανού σ’ αυτή τη ζωή. Ο αγώνας με τον έσω άνθρωπο, τον τρωτό και πτωτικό, που ακροβατεί ανάμεσα στην πνευματική ελευθερία της αγάπης του Θεού και στην κοσμική απάτη του εφήμερου και παροδικού, που οδηγεί στη χειρότερη σκλαβιά. Το τέλος αυτού του αγώνα τον βρήκε όρθιο, παρά τον πόνο και την οδύνη της σάρκας, τον βρήκε νικητή στην παλαίστρα μιας ολόκληρης ζωής.

Υπήρξε, όμως και ένας μοναδικός και ανεπανάληπτος άνθρωπος, ως προς τα χαρίσματα και τις ικανότητες με τα οποία τον είχε προικίσει ο Θεός. Ο Δημιουργός τον αγάπησε σπάταλα και τον χαρίτωσε πληθωρικά. Δε χωρεί αμφιβολία. Τον είχε ξεχωρίσει από τότε που, παιδί, έτρεχε, τα καλοκαίρια, στις γειτονιές της Ξάνθης, από τότε που προσέγγιζε δειλά τα κράσπεδα της Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη, από τότε που, σαν μαθητής και φοιτητής, αποκάλυπτε το ταλέντο και την ιδιαίτερη έφεση στη μόρφωση, από τότε που δε δίστασε να αποκαλύψει στον αυστηρό πατέρα του τον πόθο της αφιέρωσης και να φορέσει το ράσο της ταπείνωσης, επιλέγοντας τον τραχύ δρόμο της μοναχικής υπακοής. Ο νεαρός Χρήστος και μετέπειτα Χριστόδουλος, ήταν προορισμένος «εκ κοιλίας μητρός» να συμβαδίσει με το πεπρωμένο του.

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος υπήρξε ένας μεγάλος οραματιστής. Οραματίστηκε μια Εκκλησία ζωντανή, ανοικτή στον κόσμο, όχι εκ του κόσμου προερχομένη, αλλά διά τον κόσμον και την διακονία της κοινωνίας προορισμένη. Μια Εκκλησία παραδοσιακή και συνάμα προοδευτική, έτοιμη να διαλεχτεί με το διαφορετικό, να δώσει τα χέρια στο ξένο, να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας, υπακούοντας στη διαχρονική αποστολή Της. Οραματίστηκε μια Εκκλησία ουδεμία σχέση έχουσα με τα στεγανά και τα τείχη του στείρου και ανερμήνευτου συντηρητισμού, που Την θέλει αποκλεισμένη στην αυτάρκεια ενός «ασφαλούς» παρελθόντος, μη δυναμένη ν’ ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών, ν’ ακούσει τα γλώσσα του σήμερα και ν’ απαντήσει στα διαχρονικά «γιατί» μιας παραπαίουσας κοινωνίας. Αρνήθηκε το μοντέλο που θέλει την Εκκλησία κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους των Ναών, ψάλλουσα και θυμιατίζουσα μόνο τα αποτυπώματα σιωπώντων Αγίων. Κατέβασε τους Αγίους από τα περίτεχνα προσκυνητάρια και τα ιστορικά τέμπλα και τους έκανε συνομιλητές όλων εκείνων που διψούν για την αλήθεια σ’ ένα κόσμο μπουχτισμένο από το ψέμα. Οραματίστηκε μια Εκκλησία δίπλα στον άνθρωπο, διακόνισσα των πάσης φύσεως αναγκών του, αληθινή μητέρα παιδιών σε απόγνωση διαρκείας.

Ο μακαριστός Χριστόδουλος οραματίστηκε μια Ελλάδα περήφανη και αξιοπρεπή, με συνείδηση της αποστολής της στο παρόν και στο μέλλον, μιας αποστολής άμεσα συνδεδεμένης με το βαρύ παρελθόν της. Γνώριζε την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του όσο λίγοι και, ακριβώς, επειδή είχε τέτοια καθαρή ιστορική γνώση δε δίσταζε να αρθρώνει λόγο θαρρετό, οξύ, μαχητικό, κάποιες φορές, αλλά υπεύθυνο και συνειδητοποιημένο, όταν έβλεπε την Ελλάδα να πληγώνεται και να φθίνει, να υποχωρεί και να εκπίπτει από τα λάθη ή την ατολμία των ανθρώπων της. Είχε σταθερές και ακλόνητες αρχές και ως προς την Εκκλησιαστική του αποστολή και ως προς την εθνική του αυτοσυνειδησία. Αυτές τις αρχές υπηρέτησε, με αυταπάρνηση, μέχρι τέλους, αδιαφορώντας για τα δηλητηριώδη βέλη των επικριτών του, για την βάναυση πολεμική των οργανωμένων, εναντίον του, συμφερόντων. Κριτήριό του ήταν το συμφέρον του λαού του Θεού, της Εκκλησίας, της οποίας έγινε πηδαλιούχος. Και αυτό το συμφέρον το υπερασπίσθηκε σθεναρά έναντι «εθνών και βασιλέων».

Οραματίστηκε μια νεολαία ελεύθερη από τα δεσμά ανέντιμων και εφήμερων σκοπιμοτήτων, στα οποία την θέλουν περιορισμένη άνομα και ανομολόγητα πολιτικά και άναρχα συμφέροντα. Άνοιξε τις πόρτες, αλλά κυρίως την καρδιά της Εκκλησίας στους νέους, ζητώντας να επιστρέψουν στο σπίτι τους, την Εκκλησία, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, γιατί η Εκκλησία είναι μάνα και η μάνα δεν έχει όρια στην αγάπη, στην ανοχή, στην εγκαρτέρηση, στην υπομονή και στην ελπίδα. Μετουσίωσε τα νεανικά όνειρα, τις χαμένες ελπίδες προδομένων, από το σύστημα, νέων και αγωνίστηκε για την πραγματική παιδεία, που θα δημιουργεί Ανθρώπους, υπεύθυνους, έντιμους, χρηστούς πολίτες, κοινωνικά ευαισθητοποιημένους, με οράματα και στόχους υγιείς και όχι μηχανοποιημένα ανθρωπάρια, εύχρηστα πιόνια στα βρώμικα χέρια των επιτηδείων του κέρδους.

Για όλα τα παραπάνω ο λαός αυτής της πατρίδας τον αγάπησε με πάθος, έστω κι αν κάποιες στιγμές έδειξε να κλονίζεται υπό το βάρος μιας, άνευ προηγουμένου και γκεμπελικής μαεστρίας, πλύσης εγκεφάλου. Ο απλός λαός και η νεολαία αυτού του τόπου τον έκλαυσαν όσο λίγους και ακούμπησαν στο φέρετρό του μ’ ευγνωμοσύνη, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον χαμένο πατέρα, τον τελευταίο γνήσιο ηγέτη, τον χαμογελαστό Δεσπότη.

Θα ζει πάντα στις καρδιές μας και τα οράματά του θα εμπνέουν και θα φωτίζουν τους δρόμους της ζωής μας. Αιωνία του η μνήμη!

 

 «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ», 1/2/2009

Related posts