Select your Top Menu from wp menus

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ – Λόγος στο επίσημο μνημόσυνο του Αρχιεπισκόπου Χριστουδούλου

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΒΟΛΟΣ, 3/2/2008

 

«Δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού και ου μη άψηται αυτών βάσανος… Ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν αυτούς και ως ολοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αυτούς…»

 

Υπάρχουν στιγμές που οι σκέψεις πτωχαίνουν, η γλώσσα αδυνατίζει, ο λόγος ασθενεί, ο νους προσπαθεί, αλλά δε μπορεί.

Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος νιώθει μικρός και ελάχιστος για να περιγράψει, να σκιαγραφήσει, έστω, να μιλήσει, ενώ έχει τόσα να πει, τόσες εμπειρίες να καταγράψει, τόσες θύμησες ν’ αγγίξει, τόσες αναμνήσεις να ψηλαφίσει.

Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή θρονιάζεται πάνω τους κραυγάζοντας βουβά τα εσώψυχα της συνείδησης, που δεν κρατιέται να ομολογήσει, να μαρτυρήσει, να καταθέσει την αλήθεια που κρύβεται μέσα της.

Αυτή η αβάσταχτη αδυναμία κατακλύζει την  ύπαρξή μου τούτη την ώρα που στέκομαι απέναντί σας, Σεβασμιώτατε, Πατέρες και αδελφοί, για να μιλήσω για εκείνον που έφυγε νωρίς αφήνοντας πίσω του δυσαναπλήρωτο κενό, που έφυγε πρόωρα αδειάζοντας την Ελλάδα, για εκείνον  που κίνησε για τον ουρανό βυθίζοντας έναν ολόκληρο λαό στον θρήνο και στο πένθος και άφησε πίσω του μια Εκκλησία να απορεί, ανήμπορη να συνειδητοποιήσει ακόμη τί παιχνίδι Τής έπαιξε η μοίρα, ποιά περιπέτεια Τής επεφύλαξε το πεπρωμένο και ποιό καθήκον ιερό και ιστορικό ξανοίγεται μπροστά Της.

Καλούμαι να μιλήσω για ένα γήινο αυτόφωτο αστέρα, προσανατολισμένο, όμως, στον ουρανό, που έριξε πάνω μας ένα μικρό μόνο μέρος του δικού του φωτός, προκαλώντας απίστευτη ηλιοφάνεια στην ψυχή μας, τόση που ίσως να μην μπορούσαμε ν’ αντέξουμε.

Όπως θα έλεγε και ο Άγιός μου, λοιπόν, εκστατικός μπροστά στο γεγονός του θανάτου και στην προοπτική της Αναστάσεως του Θεανθρώπου, «τί είπω ή τί λαλήσω;», τί να πω και τί να ομολογήσω για τον Μακαριστό Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος, για τον πνευματικό πατέρα, τον εθνικό ηγέτη, τον ακάματο κοινωνικό εργάτη, τον χαμογελαστό Δεσπότη, εκείνον που πατούσε στο παρόν και κοιτούσε στο μέλλον, τον παραδοσιακό και συνάμα προοδευτικό, τον παρηγορητή των πενθούντων, τον φροντιστή των αδυνάτων, τον συναντιλήπτορα των ασθενούντων, εκείνον που μετουσίωσε τα νεανικά όνειρα και αναζωπύρωσε τις  χαμένες ελπίδες. Εκείνον που έβγαλε την Εκκλησία από το περιθώριο, Την  κατέβασε από τις προθήκες των μουσείων και Τής έδωσε φωνή και ρόλο στο κέντρο των κοινωνικών δρωμένων, στην καθημερινότητα των Ελλήνων. Τί να πω και τί να ομολογήσω για τον Ποιμενάρχη της καρδιάς μας, τον Χριστόδουλό μας!

Μη περιμένετε να ακούσετε τα αυτονόητα. Δε θα σας πω για το πολύπλευρο πνευματικό του έργο, την πανθομολογούμενη  κοινωνική του προσφορά, τους ασταμάτητους εθνικούς του αγώνες. Αν το έκανα αυτό θα έκρουα ανοικτές θύρες, αφού ο λαός αυτής της πόλεως και αυτής της Μητροπόλεως τα γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε  άλλον, καθώς ευλογήθηκε σπάταλα από τον Θεό να απολαύσει την εικοσιτετράχρονη εμπειρία του και να γευθεί τους χυμούς και τους καρπούς της νυχθήμερης δράσης του.

Δεν θα επιχειρήσω να αγιογραφήσω το πρόσωπο, όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, γιατί δε θέλω να γίνω γραφικός. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ήταν ένας άνθρωπος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ήταν μια προσωπικότητα με τις κοινές ανθρώπινες αδυναμίες και ατέλειες, σαν κι αυτές που έχουμε όλοι μας, τις οποίες προσπαθούσε διαρκώς ν’ αντιμετωπίσει, πίπτων και ανιστάμενος, κλονιζόμενος, αλλά μη παραδιδόμενος. Παράλληλα, όμως, ήταν μια προσωπικότητα που συμπύκνωνε πάνω της και μέσα της απίστευτα και αστείρευτα χαρίσματα, ικανότητες και Θεϊκά δωρήματα σαν κι αυτά που λίγοι διέθεταν στη διάρκεια της ιστορίας. Γι’ αυτό και θα μείνει μοναδικός και ανεπανάληπτος.

Δε θα σας μιλήσω γι’ αυτά που ξέρετε, λοιπόν ή για όσα ακούσατε από διάφορες υπεύθυνες ή ανεύθυνες πηγές. Θα σάς μιλήσω για εκείνα που δε ξέρετε. Θα σάς μιλήσω για το τέλος, τους τρεις τελευταίους μήνες, μετά την επιστροφή του από την Αμερική. Θα τολμήσω να καταθέσω, με λόγο πολύ απλό και λιτό, ίσως και ανίκανο να περιγράψει, τις εμπειρίες και τα βιώματα των εσχάτων του. Και προκαταβολικά θα τολμήσω να πω ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε τέλος οσιακό, Χριστιανικό, ανεπαίσχυντο, ειρηνικό, όχι, όμως, ανώδυνο. Μην βιαστείτε να με πείτε υπερβολικό ή να δικαιολογήσετε, χαμογελώντας, τον χαρακτηρισμό, αποδίδοντάς τον στην θυσιαστική αγάπη του παιδιού προς τον πατέρα. Ακούστε προσεκτικά τα γεγονότα και στο τέλος, πού ξέρετε, μπορεί και να συμφωνήσετε μαζί μου.

 

Γυρίζοντας από το Μαϊάμι, στις 26 Οκτωβρίου, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, έφερε πάνω του τα στίγματα της αποτυχημένης προσπάθειας μεταμόσχευσης. Μία ακόμα πόρτα για τη συνέχιση της ζωής είχε κλείσει πίσω του, δεν είχαν στερέψει, όμως, οι ελπίδες μέσα του. Ήρθε για να παλέψει, να καταθέσει την έσχατη ικμάδα των σωματικών του δυνάμεων, έχοντας πλήρη συνείδηση της καταστάσεώς του, προκειμένου να κρατηθεί στη ζωή, που έμαθε να την βιώνει και να την χαίρεται στον απόλυτο βαθμό, μέσα από χαρές και λύπες, από αγώνες, πτώσεις και ανατάσεις. Η εμπιστοσύνη του στο θέλημα του Θεού απόλυτη, όπως και στην επιστημοσύνη των θεραπόντων ιατρών του. Αυτό είχε φανεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με αποκορύφωμα την στιγμή της ανακοίνωσης του θλιβερού μαντάτου από τον απαρηγόρητο Δρα Τζάκη, όταν, στα σοκαρισμένα πνευματικά του παιδιά θέλησε να δώσει δύναμη και κουράγιο λέγοντας «μη στενοχωριέστε, έχει ο Θεός».

Η μάχη ήταν άνιση, η αρρώστια αμείλικτη, ο πόνος αβάσταχτος. Με το ξεκίνημα της θεραπείας, άρχισε η πτώση. Σταδιακή και προοδευτικά επιδεινούμενη, με παρενθετικές μόνο, ελπιδοφόρες  ημέρες. Ο γίγαντας άρχισε να κλονίζεται, τα πόδια του να τρέμουν, η φωνή του να σπάει. Η διάθεσή του, όμως, ακμαία. Ήθελε να ζήσει, προσπαθούσε να εργαστεί, να συναντήσει ανθρώπους, να νιώσει χρήσιμος και ενεργός, αλλά ο χρόνος λειτουργούσε εις βάρος του και ο πόνος τού υπενθύμιζε διαρκώς ότι ο καιρός εγγύς. Η περίοδος αυτή τού έδωσε την ευκαιρία και την άνεση να φιλοσοφήσει, αλλά και να ενεργήσει πάνω στο μάθημα του πόνου και να μαθητεύσει στο σχολείο της οδύνης. Έγινε σαν όλους εκείνους τους οποίους παρηγόρησε πάνω στο κρεβάτι του δικού τους πόνου, ένιωσε την πίκρα της δοκιμασίας, υπέστη την βάσανο της ασθενείας και έγινε ένας από τους πολλούς που υποφέρουν και πονούν σ’ αυτό τον κόσμο. Δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, γιατί, ως πνευματικός άνθρωπος και γνήσιος Χριστιανός, είδε πίσω από το γεγονός του πόνου τον ίδιο τον Θεό να τον επισκέπτεται και να διαλέγεται μαζί του, σε ένα διάλογο ζωής, αλλά και θανάτου. Και άφησε μεγάλες πνευματικές παρακαταθήκες, αναλύοντας τη γεύση του πόνου εκ των έσω, με τρόπο εμπειρικό και όχι θεωρητικό.

Στην τελευταία συνέντευξη της ζωής του, τα περασμένα Χριστούγεννα έλεγε: «Ο πόνος μπορεί να ενεργήσει στον άνθρωπο με δύο τρόπους: ή να τον σκληράνει και να τον εξαγριώσει απέναντι στον Θεό και τους ανθρώπους, κάνοντάς τον απόμακρο και αντικοινωνικό ή να τον μαλακώσει, να τον εξανθρωπίσει και να τού δώσει την διάθεση να δει τη ζωή και τη σχέση του με τον Δημιουργό και τον συνάνθρωπο με άλλο μάτι. Τα όρια αυτής της διττής προσέγγισης εξαρτώνται από το μέτρο της πίστης. Εκείνος που πιστεύει, που εμπιστεύεται δηλ. τον Θεό και το θέλημά Του, αντιμετωπίζει τον πόνο, την ασθένεια και την κάθε λογής δοκιμασία, ως επίσκεψή Του. Μπορεί προς στιγμήν να απορεί, να κραυγάζει το μεγάλο «γιατί», αλλά τελικά συνειδητοποιεί πως ό,τι επιτρέπει ο Θεός στη ζωή μας, καλό ή δύσκολο και τραγικό ακόμα, το επιτρέπει για την ωφέλεια και βελτίωσή μας. Σ’ αυτή την περίπτωση ο άρρωστος επιθυμεί την κοινωνία με τους ανθρώπους, θέλει να γίνεται μέτοχος της αγάπης τους, νιώθει ανακούφιση από την αναστροφή μαζί τους.

Σε αντίθετη περίπτωση, όταν η πίστη απουσιάζει ή είναι επιδερμική, απουσιάζει, δηλ. η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και ο Θεός μετατρέπεται σε αντίπαλο και αντικείμενο, τότε η αρρώστια σκληραίνει τον άνθρωπο, τον καθιστά απρόσιτο και δύσκολα προσεγγίσιμο.

          Δοξάζω τον Θεό γιατί, σ’ αυτή την τόσο δύσκολη για την ζωή μου περίοδο, έχει ενισχύσει και ενδυναμώσει την πίστη μου και μού δίνει την δυνατότητα όσα δίδασκα και ευαγγελιζόμουν στους άλλους όλα τα προηγούμενα χρόνια, τώρα να τα βιώνω και να τα κάνω τρόπο ζωής. Τον ευχαριστώ γιατί δεν είμαι μόνος, καθώς έχω διαρκώς κοντά μου τα πνευματικά μου παιδιά, συνκυρηναίους στην πορεία του πόνου μου, γιατί μπορώ να ιεραρχώ πιο εύκολα τις αξίες της ζωής και να βάζω στην άκρη τις αδυναμίες και τις μικρότητές της, γιατί μπορώ πιο εύκολα να συγχωρώ και να απλώνω το χέρι της συγκατάβασης σε εκείνους που με πίκραναν και με πόνεσαν στο παρελθόν»

          Αντιμετωπίζοντας τόσο ώριμα την επίσκεψη του πόνου, δεν βαρυγκώμησε ποτέ, δε διαμαρτυρήθηκε για τις οδύνες που επεφύλαξε η μοίρα, δεν οργίστηκε κατά του Θεού, αλλά συνέχιζε να παλεύει  και να ελπίζει. Αντίκριζε τον πόνο ως το πιο μεταφυσικό γεγονός της ζωής και την πιο δημιουργική πηγή της ιστορίας. Τελικά, ούτε η χαρά, ούτε το πάθος, ούτε το μίσος, ούτε η φιλοδοξία, ούτε η εξουσία και η δύναμη δεν δημιουργούν στην ιστορία ό,τι δημιουργεί ο πόνος. Ο πόνος είναι από μόνος του η μεγάλη δύναμη, μεγαλύτερη από κάθε εγκόσμια δύναμη, γιατί ξεπερνάει τον κόσμο. Ποιός μπορεί τάχα να νικήσει εκείνον που είναι αποφασισμένος να πονέσει και που δεν απελπίζεται όσο κι αν πονάει; Ο Αρχιεπίσκοπος δεν απελπίστηκε. Αναμετρήθηκε με τον πόνο και έγραψε ιστορία, άφησε φήμη ηρωικού αγωνιστή, που δεν κάμπτεται, αλλά αγωνίζεται μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Ήξερε ότι ο πόνος δεν είναι μάταιος. Και τη ζωή στηρίζει και την ιστορία, αλλά και πέρα απ’ τη ζωή και την  ιστορία, ωθεί την ψυχή του ανθρώπου, την κάνει θετική και στην οδοιπορία προς ό,τι είναι πέρα από τον θάνατο. Και πέρα από τον θάνατο είναι η αιώνια ζωή, την οποία ο ίδιος δίδασκε και για την οποία προετοιμαζόταν ακατάπαυστα.

Μέσα σ’ αυτό το εναγώνιο κλίμα, την οδυνηρή αναμονή των εσχάτων που ήταν πλέον προ των πυλών, ουδέποτε έχασε το ενδιαφέρον του για τα κοινά και κυρίως για την εξέλιξη των εθνικών μας ζητημάτων. Ο μεγάλος εθνικός του παλμός ήχησε ζωηρά, μέσα από την ισχνή του φωνή, όταν ο Πρωθυπουργός βρισκόταν στην Τουρκία. «Τί έγινε, τα είπε ο Καραμανλής στους Τούρκους για την Κύπρο;» ρώτησε, αφήνοντάς μας ενεούς να αναρωτιόμαστε, που βρίσκει αυτή την εσωτερική δύναμη, να ξεπερνά τον εαυτό του, τούτη την έσχατη ώρα και να νοιάζεται για το κοινό καλό.

Οι μέρες περνούσαν και η εναγώνια δοκιμασία κορυφωνόταν. Οι γιατροί μάς προετοίμαζαν σαφώς, πλέον, για το τέλος. Ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από συμβουλές και πνευματικές υποδείξεις. Καταλάβαινε την μοίρα του και προετοιμαζόταν συστηματικά. Ήθελε κάθε Κυριακή να τελείται Θεία Λειτουργία στο μικρό και ταπεινό παρεκκλήσιο της κατοικίας του. Ήταν οι πιο συγκλονιστικές Θείες Λειτουργίες που τελέσαμε, έχοντας το ολιγομελέστερο, αλλά και το πιο εκλεκτό εκκλησίασμα: τον κλονισμένο Αρχιεπίσκοπο και τους μαρτυρικούς Διακόνους του. Τον πρώτο καιρό προσερχόταν ο ίδιος και κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Λίγες μέρες, όμως, πριν τα Χριστούγεννα, οι δυνάμεις του άρχισαν να τον προδίδουν φανερά, εμποδίζοντάς τον να προσέρχεται και να κοινωνεί μόνος. Η Θεία Κοινωνία μεταφερόταν στο δωμάτιό του και με δάκρυα στα μάτια γινόταν ένα με Εκείνον που τόσο αγάπησε και διά βίου υπηρέτησε. Ήταν τότε, εκείνες οι μέρες που μάζεψε γύρω του τα παιδιά του και μας είπε ότι αυτά είναι τα τελευταία Χριστούγεννα που θα περνούσε μαζί μας. Ήταν τότε που ζήτησε να διατηρήσουμε την μεταξύ μας ενότητα, να αυξήσουμε την πίστη στην Εκκλησία και να διατηρήσουμε την εργατικότητά μας σε υψηλά επίπεδα για την δόξα του Θεού και την πνευματική προκοπή του λαού Του.

Δεν έμεινε, όμως, μόνον εκεί. Καθάρισε την ψυχή του από τα κρίματα και τα αμαρτήματα του βίου που βάραιναν την ύπαρξή του, λίγο πριν το τέλος. Δεν άφησε τίποτα να εμποδίσει την πορεία του από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν. Προετοιμάστηκε εσωτερικά, ταπεινώθηκε στο πετραχήλι του πνευματικού και πορεύτηκε προς το τέλος λευκασμένος και εξαγνισμένος.

Οι τελευταίες μέρες ήταν συγκλονιστικές. Ανήμπορος πλέον να σηκωθεί, έμενε καθηλωμένος στην κλίνη του, υποστηριζόμενος από οξυγόνο και επικοινωνώντας κυρίως με τα νεύματα, τις λίγες στιγμές που απαλλασσόταν από την βυθιότητα που προκαλούσαν τα ισχυρά αναλγητικά. Τον είδαμε να πεθαίνει πριν πεθάνει. Να λιώνει από τον καρκίνο. Να αδυνατίζει δραματικά. Να μην έχει παράπονο γι’ αυτό, ούτε για τίποτα άλλο στη ζωή του. Να τα βλέπει όλα ήρεμα. Να προσπαθεί να αστειευτεί. Να πλησιάζει ο θάνατος. Να τον υποδέχεται με χαρά. Να ευχαριστεί όλους για τις φροντίδες. Μέχρι που ήρθε η ώρα όλα να σταματήσουν, να λείψουν οι φροντίδες μας, δε χρειάζονταν πια. Το μόνο που ζήτησε ήταν να πάρει ο Θεός από πάνω του το βάρος, δεν άντεχε άλλο.

Η τελευταία Κυριακή ήταν η προηγούμενη. Το απόγευμα, γύρω από το κρεβάτι του τελέσαμε το Μυστήριο του Ιερού Ευχελαίου. Το ήθελε, το ζητούσε. Τον ανέπαυσε. Με τα μάτια μάς ευχαρίστησε, μάτια, όμως, που έδειχναν ότι ο Αρχιεπίσκοπος ξεκινούσε το μεγάλο ταξίδι για την αιωνιότητα. Το βλέμμα του χαμένο και απλανές, οι αντιδράσεις λιτές και υποτονικές, η πίεσή του πεσμένη κατά πολύ. Τα μεσάνυχτα όλα, πλέον, ήταν φανερά. Ο πατέρας μας είχε βάλει ρότα για το τέλος, καθώς βάρυνε δραματικά, μέχρι τις 02,30 περίπου, όταν βυθίστηκε σε κώμα, με τα μάτια ορθάνοιχτα και το βλέμμα καρφωμένο στην οροφή, να τρυπά την ύλη και να ταξιδεύει στον ουρανό. Το πρόσωπό του έλαμπε. Μιλούσε εν σιγή. Άρχισε την γλώσσα, την πολιτεία, του μέλλοντος αιώνος. Ώρα 05,15. Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο από Δημητριάδος Χριστόδουλος, σήκωσε τρεις φορές τα χέρια ψηλά, σε στάση δεήσεως, έβγαλε τρεις μεγάλες αναπνοές, έγειρε την κεφαλή και παρέδωσε το πνεύμα. Ήταν η στιγμή που η καρδιά του τελευταίου γνήσιου και αυθεντικού Έλληνα ηγέτη έπαψε να χτυπά, βυθίζοντας τους αμήχανους Έλληνες, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, σε ένα βουβό και γοερό θρήνο.

Όπως θα ΄λεγε και ο ποιητής, «πάνω στο φέρετρό του ακούμπησε η Ελλάδα». Ακούμπησαν τα νέα παιδιά που είπαν «ναι» στο ξεχωριστό κάλεσμά του. Ακούμπησαν οι άρρωστοι και πονεμένοι άνθρωποι που πήραν κουράγιο και δύναμη από τον δικό του αγώνα. Ακούμπησαν μικροί και μεγάλοι, λέγοντας ένα καρδιακό «ευχαριστώ» σε εκείνον που έκανε τη φωνή τους δική του φωνή, τις ανάγκες τους δικές του ανάγκες, τις ελπίδες τους αφορμή προσωπικού και διαρκούς αγώνα και έμπονης πάλης. Την ημέρα της εξοδίου ακολουθίας και της ταφής ο Αρχιεπίσκοπος ένιωσε την μεγαλύτερη δικαίωση, βλέποντας την ανεπανάληπτη λαοθάλασσα να τον συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία και είναι σίγουρο ότι η ψυχή του αναπαύεται, πλέον, ικανοποιημένη «εν χώρα ζώντων και σκηναίς δικαίων».

 

          Σεβασμιώτατε,

 

Σάς ευχαριστούμε γιατί, με την μέχρι τώρα Αρχιερατεία σας, τιμήσατε τον μεγάλο προκάτοχό σας, αφουγκραστήκατε τους υψηλούς οραματισμούς του και σταθήκατε δίπλα του στα δύσκολα, στήριγμα και βακτηρία στις καινοτόμες πρωτοβουλίες και στα πρωτοποριακά ανοίγματά του.

Σάς ευχαριστούμε, όμως και γιατί μάς δώσατε την ολόθυμη ευχή σας να διακονήσουμε την Εκκλησία στο πλευρό του, στο μεγαλύτερο διάστημα της Αρχιεπισκοπικής του διαδρομής και να σταθούμε «συναγωνιζόμενοι και παρ’ αυτού προκινδυνεύοντες», όπως μάς έγραψε σε ιδιόχειρο σημείωμά του.

 

Σεβαστοί μου Πατέρες,

 

Μη ξεχάσετε ποτέ εκείνον που μάς αναγέννησε και ανέθρεψε εν Χριστώ, εκείνον που μάς χάρισε την ιερωσύνη και δεν την κράτησε αιχμάλωτη άψυχων και ατελέσφορων σχημάτων του παρελθόντος, αλλά της έδωσε φλόγα, πάθος, παλμό, σύγχρονο και απροσκύνητο δυναμισμό.

Μη ξεχάσετε ποτέ τον ανεπανάληπτο λειτουργό, τον υποδειγματικό ιεροκήρυκα, το καλλίφωνο αηδόνι της ψαλτικής τέχνης και παράδοσης, τον απαράμιλλο μυσταγωγό, τον βαθύ γνώστη της Θεολογικής εμπειρίας και επιστήμης.

 

Και συ λαέ του Θεού,

 

Μη ξεχάσεις ποτέ τον παρηγορητή των θλίψεών σου, τον συνεορταστή της χαράς σου, τον επισκέπτη του πόνου σου, τον συμμέτοχο του πένθους σου.

Μη λησμονήσεις ποτέ εκείνον που μπήκε μπροστάρης στους αγώνες σου, διεκδικητής των δικαίων σου, αμύντορας των ιδανικών και των αξιών σου, που δε δίστασε να συγκρουστεί με την κάθε λογής εξουσία για την υπεράσπιση της ιδιοπροσωπίας σου.

Μη ξεχάσεις ποτέ τον ακάματο εργάτη του Ευαγγελικού λόγου, που οικοδόμησε μέσα σου την αλήθεια του Ιησού Χριστού με τα Χρυσοστομικά κηρύγματά του και στερέωσε στην καρδιά σου την αγάπη για την Ελλάδα με τους δημεγερτικούς και συγκινησιακά φορτισμένους λόγους του.

Μη λησμονήσεις ποτέ το χαμόγελο εκείνου που όσα έπραξε, ιερά και άγια ή ακόμα βιαστικά και επιπόλαια ή και λανθασμένα, τα έπραξε από απόλυτη αγάπη, από άπειρη αγάπη, από ανιδιοτελή αγάπη, ίσως ακόμα και από παιδική αγάπη, που τα βλέπει όλα καλά, πρόσωπα και καταστάσεις, αρνείται να σκεφθεί απορριπτικά και να δηλητηριάσει την κρίση της με λογισμούς αρνητικούς και επικριτικούς.

Μη ξεχάσεις ποτέ τον κεκοιμημένο Πατέρα σου και μην αφαιρέσεις από τη μνήμη και τις προσευχές σου το όνομα και τη  μορφή του.

Μη λησμονήσεις ποτέ τον Χριστόδουλό σου!!!

 

Χριστοδούλου,

του Μακαριωτάτου και Θεοπροβλήτου Αρχιεπισκόπου

Αθηνών & Πάσης Ελλάδος,

Πατρός και Ποιμενάρχου ημών γενομένου,

Αιωνία η μνήμη!

Related posts