Select your Top Menu from wp menus

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Το Πάσχα της χαρμολύπης

Απρίλιος 1998  – Το Πάσχα της χαρμολύπης

 

Του Αρχιμ. Επιφανίου Οικονόμου, Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος

 

            Ο αείμνηστος Ποιμενάρχης μας και μετέπειτα Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, στα εικοσιτέσσερα και πλέον έτη της Αρχιερατείας του στην Μαγνησία, πραγματοποίησε έργο πολυσύνθετο, πολυεπίπεδο και πολυπρισματικό· έργο ποιμαντικό, λειτουργικό, ιεροκηρυκτικό, εκπαιδευτικό, φιλανθρωπικό, εθνικό, συγγραφικό. Δόθηκε σ’ αυτό ολοθύμως και ανάλωσε όλον τον δυναμισμό της νεότητάς του, ανέδειξε την πληθώρα των χαρισμάτων του και αναδείχθηκε ο ποιμήν ο καλός, που τα πρόβατα του λογικού ποιμνίου του αναγνώρισαν, τίμησαν και υπερβολικά αγάπησαν.

Ο Κλήρος και ο λαός της Δημητριάδος αναγνώρισαν την πολυεδρική, ταλαντούχα, ευφυή, διορατική, επικοινωνιακή και διαλεκτική προσωπικότητά του. Λάτρεψαν τον ζωντανό, ακαινοτόμητο, ρωμαλέο, ασυμβίβαστο, καλλιεπή, σύγχρονο και σώφρονα λόγο του. Γοητεύτηκαν από την αυθεντικότητα του χαρακτήρα του, το θάρρος, την γενναιότητα, την γρηγορούσα συνείδηση, την αγωνιστικότητα, το μειλίχιο και τον προσηνές του ήθους του, την διακριτικότητα και την ευρυμάθειά του. Στο πρόσωπό του είδαν τον απροκατάληπτο Ποιμένα, που αρνείται τον φονταμενταλιστικό δογματισμό και καταδικάζει εμπράκτως κάθε είδους φανατισμό, την μισαλλοδοξία και τον ρατσισμό. Αναγνώρισαν τον παραδοσιακό και συνάμα σύγχρονο εκκλησιαστικό ταγό, τον εραστή των Πατέρων, τον δόκιμο θεολόγο, τον διαπρύσιο κήρυκα της Ευαγγελικής αλήθειας, τον ακάματο κοινωνικό εργάτη και υπερασπιστή των δικαίων τους.

Αλλά και το σύνολο του Ελληνικού λαού που, καθόλα τα χρόνια της Επισκοπικής του διακονίας, πληροφορούνταν το ευρύτατο έργο του και μελετούσε τις ελπιδοφόρες και σύγχρονες απόψεις του, που τον είδε να μάχεται για τα δίκαια της Ορθοδοξίας και του Έθνους, έναντι εθνών και βασιλέων, είδε στο πρόσωπό του την ελπίδα για το μέλλον της Εκκλησίας στην χώρα, αλλά και ευρύτερα στον διορθόδοξο, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό χώρο. Και αυτή η ελπίδα έλαβε σάρκα και οστά, όταν κενώθηκε ο Αρχιεπισκοπικός Θρόνος των Αθηνών.

Ήταν 10 Απριλίου 1998, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ εξεμέτρησε το ζην, ύστερα από εικοσιτέσσερα χρόνια πηδαλιουχίας του σκάφους της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τα βλέμματα κλήρου και λαού στράφηκαν στο πρόσωπο του Δημητριάδος Χριστοδούλου. Ο πόθος τους ήταν να τον δουν Αρχιεπίσκοπο και Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενόψει της τρίτης χιλιετίας και του εικοστού πρώτου αιώνα. Το λαϊκό αίσθημα, το οποίο ποικιλοτρόπως εκφράστηκε, μετά την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, δεν έμεινε απαρατήρητο από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, η οποία κατά την εκλογική διαδικασία της 28ης Απριλίου, ύστερα από τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες, τον εξέλεξε 19ο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών & Πάσης Ελλάδος, με ψήφους 49[1].

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονιστεί ότι η εκλογή του ήταν αποτέλεσμα κατά πάντα νόμιμων και κανονικών, δημοκρατικών και Συνοδικών διαδικασιών. «Το νόμιμο και κανονικό το υπογραμμίζουμε διότι μπορεί μεν στον κατάλογο των Αρχιεπισκόπων ο κ. Χριστόδουλος να ευρίσκεται στη 19η σειρά, είναι όμως ο πρώτος, στα 184 χρόνια του ιστορικού βίου της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος εκλέγεται νομίμως και κανονικώς, δηλαδή χωρίς έξωθεν, κυρίως πολιτειακές παρεμβάσεις, από το σύνολο των εν ενεργεία Μητροπολιτών και όχι από Διαρκή ή Αριστίνδην Σύνοδο»[2].

Το έκδηλο και ενθουσιώδες λαϊκό αίσθημα, αλλά και την δικαίωση της Συνοδικής Κανονικότητας εξέφρασε ο Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου, Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ο οποίος, προσφωνώντας τον νέο Αρχιεπίσκοπο, κατά το Μικρό Μήνυμα, επεσήμανε και τα εξής: «Εκλεγέντες Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού διεποιμάνατε θεοφιλώς και θεαρέστως την ιστορικήν ταύτην επαρχίαν εν τη Θεσσαλία μετά ζήλου ιερού και εν πολλή συνέσει, από του έτους 1974 μέχρι του έτους τούτου της εκλογής υμών, ήτοι επί 24 έτη. Ελάβατε μέρος εις πλείστας Εκκλησιαστικάς αποστολάς εις το εξωτερικόν. Έχετε Διδακτορικόν δίπλωμα, και είσθε γνώστης ξένων γλωσσών, και συγγραφεύς επιστημονικών και εποικοδομητικών έργων, και πληθώρας άλλων δημοσιευμάτων εις περιοδικά και εφημερίδας, διακρινομένων διά το πολυσχιδές της μορφώσεως υμών, και διά την πολλήν αγάπην προς την Μητέρα Εκκλησία και την φιλτάτην Πατρίδα. Διά της πειστικής δυνάμεως του προφορικού λόγου υμών, και διά της χάριτος της υμετέρας γραφίδος, υπερμαχήσατε σθεναρώς και ανυποχωρήτως των δικαίων της Μητρός ημών Εκκλησίας. Ταύτα, λοιπόν, λαβούσα υπ’ όψιν η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, ανύψωσεν υμάς εις ο ύψος του επιζήλου και τα μάλιστα επιμόχθου Αρχιεπισκοπικού αξιώματος, εν τη θερμή ευχή και τη βεβαία πεποιθήσει, ότι θα φανήτε άξιος της προσγενομένης εις υμάς τιμής και περιωπής και άξιος συνεχιστής λαμπρών σελίδων της Αρχιεπισκοπικής Ιστορίας της εν Ελλάδι Αγιωτάτης Εκκλησίας»[3].

Ο νεοεκλεγείς Αρχιεπίσκοπος, στην αντιφώνησή του, εξέφρασε την συγκίνηση, αλλά και την συναίσθηση των ευθυνών του, νιώθοντας ότι ανέρχεται επί ικριώματος. Έδωσε, όμως, ενώπιον της Ιεραρχίας τρεις ιερές διαβεβαιώσεις, τις οποίες τήρησε απαρεγκλίτως έως το τέλος του βίου του: υποσχέθηκε να αναλώσει όλες τις δυνάμεις του στην υπηρεσία των καλώς νοουμένων συμφερόντων της Εκκλησίας. Εξέφρασε την βαθειά πίστη του στο Συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας και ζήτησε την συμπαράσταση των συνιεραρχών του στο έργο και στις μελλοντικές πρωτοβουλίες του. Τέλος, αναφέρθηκε στα απαραίτητα ανοίγματα προς τον κόσμο, με πίστη στην παράδοση, διαμορφώνοντας, όμως, ένα νέο, σύγχρονο και ανανεωμένο πρόσωπο μέσα στην Εκκλησία, ενώ κατέστησε την αξιοκρατία ως τον βασικό πυλώνα στην προσπάθεια ριζικής αναδιοργάνωσης των Συνοδικών και εν γένει Εκκλησιαστικών πραγμάτων, στην οποία επρόκειτο να επιδοθεί[4].

Η είδηση της εκλογής του σκόρπισε ρίγη συγκίνησης και πηγαίου ενθουσιασμού στο πανελλήνιο, ιδιαίτερα, όμως, σε δύο πόλεις με τις οποίες είχε συνδέσει την ζωή του, την Ξάνθη και τον Βόλο. Ο Μητροπολίτης της ιδιαιτέρας του πατρίδας, Μητροπολίτης Ξάνθης Παντελεήμων εξέφρασε την χαρά του ποιμνίου του για την εκλογή, που συνιστούσε τιμή και ευλογία για όλη την ακριτική Θράκη. Στην Μαγνησία ο ενθουσιασμός είχε λάβει πανηγυρικό χαρακτήρα, από την στιγμή κατά την οποία οι κωδωνοκρουσίες ανήγγειλαν το γεγονός απ’ άκρου εις άκρη της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. «Χιλιάδες λαού έσπευσαν στον χώρο προ της κατοικίας Αυτού για να εκδηλώσουν τον ενθουσιασμό τους. Το χαρμόσυνο άγγελμα μεταδόθηκε όχι μόνον από τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα, αλλά και από τα φορητά τηλέφωνα πολλών κατοίκων του Νομού Μαγνησίας, που είχαν μεταβή στην Πρωτεύουσα και επί πολλές ώρες βρίσκονταν προ του Ι. Καθεδρικού Ναού Αθηνών, αναμένοντας με συναισθηματική φόρτισι και ελπίδες το αποτέλεσμα της πολύωρης ψηφοφορίας, το οποίο δέχθηκαν με δάκρυα συγκινήσεως, υπερηφανείας και χαράς»[5].

Λίγες μέρες μετά, στις 2 Μαΐου, ο λαός της Δημητριάδος επεφύλαξε στον Βόλο, εντυπωσιακή υποδοχή στον νέο Αρχιεπίσκοπο, όπως τότε, εικοσιτέσσερα χρόνια πριν, όταν και πάλι τον είχε υποδεχτεί, τριανταπεντάχρονο Μητροπολίτη, προσβλέποντας στο πρόσωπό του με χρηστές ελπίδες. Πλέον, νιώθοντας ότι οι ελπίδες τους είχαν πλήρως δικαιωθεί θέλησαν όλοι, Κλήρος, Μοναστικές αδελφότητες, λαός, μικροί και μεγάλοι, πολιτικοί και λοιποί άρχοντες, να τον ευχαριστήσουν, γιατί τους χάρισε τα πιο παραγωγικά και δυναμικά χρόνια της ζωής του. Τα αισθήματα αυτού του λαού, αισθήματα υπερηφάνειας, για τον τετιμημένο Δεσπότη τους, αλλά και πόνου για τον επερχόμενο απορφανισμό, εξέφρασε δύο μέρες μετά, στην προσφυγική Ευαγγελίστρια της Νέας Ιωνίας, ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπός του, Πρωτοπρεσβύτερος Θωμάς Συνοδινός: «Αισθανόμαστε μαζί με όλους τους συνέλληνες το πανηγύρι της Ανάστασης μέσα στην ψυχή μας, και επί πλέον εμείς οι συνεργάτες σας κι ο ευσεβής λαός της Μαγνησίας, την ιδιαίτερη τιμή και την κρυφή περηφάνεια, επειδή ο δικός μας ο Ποιμενάρχης – ο Δεσπότης μας – αναγνωρίσθηκε και αναδείχθηκε στο ύπατο αξίωμα, γιατί ήταν πραγματική αξία. Είναι δυνατόν όμως το δάκρυ το καθάριο της χαράς να μην είναι θολό γιατί κι η λύπη τούτες τις ώρες έχει την θέση της κι απολύτως δικαιολογημένα;

»Είναι δυνατόν όλοι οι συντοπίτες μας να μην ένιωθαν ο κάθε ένας με τον τρόπο του ότι μέσα στην Πασχαλιά θέλησε ο Θεός να γιορτάσουμε ένα δεύτερο Πάσχα, αλλά το βάρος του Γολγοθά το έρριξε ολόκληρο στις πλάτες των παιδιών της ακύμαντης θάλασσας του Παγασητικού; Τα δακρυσμένα μάτια μεγάλων και μικρών, το πονεμένο κατευόδιο του εκλεκτού ποιμνίου που για εικοσιτέσσερα ολόκληρα χρόνια επάξια εποιμάνατε, οι συγκλονιστικές εκδηλώσεις αρχόντων και λαού όπως τις ζούμε αυτό το αλησμόνητο τριήμερο, λένε πολύ περισσότερα από όσα το μυαλό μας μπορεί να δημιουργήσει και το χρέος μας να αποτυπώσει…»[6].

Ο νεοεκλεγείς Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος κράτησε την τοποτηρητεία της Μητροπόλεως Δημητριάδος, έως τον Οκτώβριο του 1998, όταν η Ι.Σ.Ι. εξέλεξε διάδοχό του τον Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς Αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο Γεωργακόπουλο. Τον λαό, όμως, τον ιερό Κλήρο, τις Μοναστικές αδελφότητες και τις ιερές εμπειρίες της εικοσιτετράχρονης ποιμαντορίας του, κράτησε βαθειά μέσα στην καρδιά του, ως πολύτιμη παρακαταθήκη και ακριβή κληρονομιά στην μετέπειτα πορεία της ζωής του, έως και το τέλος του βίου του.

 

 

 

[1] Το πρακτικό της εκλογής βλ. Εκκλησία, ΟΕ΄, 1/6/1998, αρ. 10, σ. 332.

[2] Ι. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος», Χαριστήριος Τόμος προς τιμήν του Αρχιεπισκόπου Αθηνών & Πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου Διακονία και Λόγος, Αθήνα, 2004, σ.σ. κζ΄-κη΄.

 

[3] Ό.π., 334.

[4] Ό.π., 334-335.

[5] Ό.π., 342.

[6] Ό.π., 352-353.

Related posts