Select your Top Menu from wp menus

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ – Χριστόδουλος ο ελεύθερος Αρχιεπίσκοπος

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

 

Του Αρχιμ. Επιφανίου Οικονόμου

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος

 Εκ βαθέων, Μάρτιοσ 2011

Ήταν μόλις 35 ετών όταν η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον ανεβίβασε στην Αρχιερωσύνη και τον κατέστησε Μητροπολίτη Δημητριάδος & Αλμυρού. Εμπιστεύθηκε στους νεανικούς του ώμους τα όνειρα και τις προσδοκίες μιας Εκκλησίας που έβγαινε  από μία εκ των πλέον δύσκολων περιόδων της νεότερης ιστορίας της, αναζητώντας το νέο πνεύμα, τις καινούργιες ιδέες, τα χαρισματούχα πρόσωπα που θα την έκαναν και πάλι οικεία στους ανθρώπους, αγωνιστική, σύγχρονη, δυναμική. Τον ανεβίβασε στο Επισκοπικό θρόνο αφού προηγουμένως είχε εκτιμήσει όλη την μοναστική και ιερατική του πορεία. Από τη Μονή του Οσίου Βαρλαάμ Μετεώρων, στην Κόρινθο για τη στρατιωτική θητεία. Μετά τη Νομική και Θεολογική Σχολή, στην Αθήνα για την ανάπτυξη ενός σπουδαίου πνευματικού και κοινωνικού έργου στην Παναγίτσα του Παλαιού Φαλήρου, εκεί όπου άρχισε να χτίζει το οικοδόμημα της ιερατικής προσωπικότητάς του, αποκαλύπτοντας παράλληλα τα μεγάλα πνευματικά δωρήματα που του χάρισε η αγάπη του Θεού. Η ταυτόχρονη μοναστική του ζωή, ήταν η ασφαλής οδός, διά της οποίας δρομολογήθηκε η μελλοντική λαμπρή πορεία.

Από την στιγμή της εις Επίσκοπον χειροτονίας του, ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, διήνυσε, μέχρι το τέλος της ζωής του, 34 χρόνια Αρχιερατικής διακονίας τα οποία χωρίζονται σε δύο περιόδους. Η πρώτη περιλαμβάνει την 24χρονη διαποίμανση της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και η δεύτερη την δεκαετή Αρχιεπισκοπική διακονία στον πρώτο θρόνο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η τριαντατετράχρονη αυτή πορεία ήταν καταρχήν πορεία αγάπης. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος κοίταξε τους ανθρώπους στα μάτια με τη δική του καθαρή ματιά, έχοντας πάρει την απόφαση να γίνει ένα με τις χαρές και τις λύπες τους. Ποτέ δεν κοίταξε το ποίμνιό του αφ’ υψηλού, ούτε διαχώρισε τους ανθρώπους σε πρώτης ή δευτέρας ποιότητας, ανάλογα με τη μόρφωση ή το κοινωνικό τους επίπεδο. Αντιθέτως, δε δίστασε να προσαρμοστεί στο επίπεδο του καθενός, να διαλεχτεί με όλους, ν’ ανοίξει την πόρτα της καρδιάς του σε όλους εκείνους που αναζητούσαν παρηγοριά, στηρίγματα, ελπίδα, βοήθεια, ψυχολογική ενίσχυση, συμπαράσταση στους αγώνες, έναν πατέρα που δε θα διστάσει να πολεμήσει για τα δίκαια αιτήματά τους. Έδωσε στους ανθρώπους αγάπη και κέρδισε τη λατρεία και την εμπιστοσύνη τους. Κυρίως το έργο της αγάπης στράφηκε προς τους νέους στους οποίους απευθύνθηκε  χωρίς «κόμπλεξ» και περιστροφές, αλλά με την ρεαλιστική παρρησία εκείνου που δε διστάζει να ομολογήσει τα λάθη, ν’ αναλάβει τις ευθύνες και να χαράξει νέους δρόμους αλήθειας και δικαιοσύνης, επειδή ο ίδιος είναι ανεπιτήδευτος και αυθεντικός.

Ήταν, επίσης, μια πορεία ευθύνης έναντι της Εκκλησίας, αλλά  και του έθνους. Συνειδητοποίησε, από την πρώτη στιγμή, ότι ήταν συνεχιστής της τεράστιας Εκκλησιαστικής παράδοσης, ήταν φορέας της μοναδικότητας της Ορθόδοξης πίστης, αλλά και συνεχιστής του εθνικού έργου που φωτισμένοι Εκκλησιαστικοί άνδρες διαδραμάτισαν στην ιστορική πορεία του τόπου. Δε δίστασε ποτέ να θέσει τον εαυτό του στην πρώτη γραμμή του αγώνα για τη διατήρηση των δικαίων της Εκκλησίας, ν’ αντιταχθεί σε νοοτροπίες και πολιτικές που σκοπό είχαν να δηλητηριάσουν και τελικά να καταστρέψουν τη σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης του λαού προς την Εκκλησία του. Δεν υποχώρησε μπροστά σε εξουσίες που θέλησαν να τραυματίσουν το ήθος του λαού μας, να χαλαρώσουν τις αντιστάσεις του απέναντι σε ξενόφερτες συνήθειες που αντιστρατεύονται την παράδοση και ασεβούν έναντι της ιστορίας του. Η στάση του αυτή κίνησε την μήνη όλων εκείνων των συμφερόντων, αλλά και των προσώπων που ένιωσαν ότι ο Αρχιεπισκοπικός λόγος αποκαλύπτει τη γυμνότητά τους, φέρνει στο φως τις σκοτεινές προθέσεις τους. Ο ίδιος τούς απάντησε με θάρρος: «Ο αγώνας μας δεν αρέσει σε μερικούς που έχουν εκστρατεύσει εναντίον μας και χύνουν το δηλητήριό τους. Όσο με πολεμούν, τόσο περισσότερο θα αγωνίζομαι… Φοβάμαι μόνο το Θεό, κανέναν άλλο. Είμαι ελεύθερος» (Κήρυγμα στη Θ. Λειτουργία της 21/10/2004)

            Η Αρχιερατική του πορεία, τέλος, ήταν εμπνευσμένη από το Λειτουργικό πνεύμα και την Ορθόδοξη Θεολογία. Δικαίως θεωρείται ο πλέον λειτουργικός Αρχιεπίσκοπος της μεταπολεμικής Ελλάδος, ο Iεράρχης που ελκύστηκε όσο λίγοι, από τον πλούτο της Λειτουργικής μας παράδοσης και το θάμβος της Ορθόδοξης Μυστηριακής ζωής. Γνώριζε, όμως, ότι αυτή η παράδοση δεν είναι μια στατική πραγματικότητα, αλλά ένα μέγεθος που κρύβει μέσα του θαυμαστή δυναμική, ικανή όχι να προσαρμοστεί στα δεδομένα της κάθε εποχής, αλλοιώνοντας τη φύση της, αλλά να προσαρμόσει στο δικό της ήθος τα δεδομένα του σήμερα επηρεάζοντάς τα θετικά και κάνοντάς τα εύχρηστα στη ζωή της Εκκλησίας. Μέσα σ’ αυτή τη λογική, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δε δίστασε να πάρει καινοτόμες αποφάσεις, ν’ αναμετρηθεί με τις τάσεις εκείνες που επαγγέλλονται την στείρα εμμονή στο παρελθόν, που αρνούνται κάθε τι καινούργιο, που φοβούνται το διάλογο, που επιδιώκουν την περιχαράκωση στα εντός και επί τα αυτά της εγωιστικής αυτάρκειας. Έβγαλε την Εκκλησία στον κόσμο, καθώς συνειδητοποίησε ότι αυτή είναι η αποστολή Της. Να πορευτεί προς συνάντηση των ανθρώπων και όχι να περιμένει απαθής να έρθει ο κόσμος κοντά της.

Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εξακολουθεί να ζει στις καρδιές των απλών ανθρώπων, να ομιλεί και να διδάσκει μέσα από τους λόγους, τα κείμενα και τα πεπραγμένα του. Η απουσία του, όμως, είναι εκκωφαντική στην εποχή των μεγάλων ανατροπών και προκλήσεων, όπου τα οράματα δεινοπαθούν και σβήνουν.

Related posts